Δελτίο Τύπου 20/09/2019 - Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας

Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δελτίο Τύπου 20/09/2019

Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια - 20/09/2019


ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΑΙΝΙΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΔΡΑΜΑΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ & ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ – ΔΗΜΟΣ ΔΡΑΜΑΣ



42ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΑΙΝΙΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΔΡΑΜΑΣ
  
15-21 Σεπτεμβρίου 2019

ΑΙΘΡΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ
Παρασκευή 20/9/2019
Αυλαία για τα Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια 2019, με τον Παύλο Μεθενίτη να υποδέχεται στο αίθριο του Φεστιβάλ Δράμας τον πεζογράφο Αλέξη Πανσέληνο αλλά και τον διευθυντή του λογοτεχνικού περιοδικού «Ο Αναγνώστης» (www.oanagnostis.gr) Γιάννη Μπασκόζο, ο οποίος έχει μελετήσει σε βάθος το έργο του γνωστού συγγραφέα.
Το κοινό είχε την ευκαιρία να ακούσει τον Αλέξη Πανσέληνο να μιλά για το νέο του βιβλίο «Ελαφρά ελληνικά τραγούδια» και να διαβάζει αποσπάσματα.
Προηγήθηκε η εισήγηση του Παύλου Μεθενίτη (το κείμενο του ακολουθεί αυτούσιο) και του Γιάννη Μπασκόζου ο οποίος είπε πως στο νέο του βιβλίο ο συγγραφέας είναι «σαν να φωτογραφίζει την Αθήνα του ’50 από ένα drone. Είναι μόλις ένας χρόνος που έχει τελειώσει ο πόλεμος και οι άνθρωποι θέλουν να ζήσουν αλλιώς, με μια κανονικότητα, όμως η Αθήνα είναι ακόμα δέσμια του πρόσφατου παρελθόντος της». Χαρακτήρισε το βιβλίο του Πανσέληνου «ένα Αθηναιογραφικό   μυθιστόρημα, φτιαγμένο σαν σκηνογραφία, με επίκεντρο τον άνθρωπο που θέλει μια άλλη ζωή, μια ζωή σε ρυθμούς κανονικούς, την οποία βλέπει να χαράζει αλλά δεν έχει κατακτήσει ακόμα».
Μιλώντας για το βιβλίο του, ο Αλέξης Πανσέληνος είπε πως αποτέλεσε «μια προσπάθεια να απεικονίσει μια εποχή από την οποία είχα περισσότερο οπτικές αναμνήσεις, ξεκίνησα δηλαδή με μια εικαστική νοσταλγία για την ασπρόμαυρη φωτογραφία της Αθήνας που είχα γνωρίσει παιδί, τότε που το να πας στο Παγκράτι  ήταν μια μικρή εκδρομή. Ξεκίνησα όμως να γράφω και να περιγράφω τις εικόνες αυτές με την ύστερη γνώση του τι μαύρη εποχή ήταν αυτή, κι έτσι τα χρώματα άλλαξαν...».
Την εποχή εκείνη ο κόσμος άκουγε την εκπομπή «Ελαφρά ελληνικά τραγούδια», και «ήταν πραγματικά ελαφρά, σε σχέση με εκείνη τη βαριά εποχή από την οποία η Ελλάδα έβγαινε καταματωμένη. Όμως τα τραγούδια αυτά εξέφραζαν την επιθυμία των ανθρώπων να αφήσουν πίσω τους αυτήν την μαυρίλα».
Όπως εξήγησε, το βιβλίο του δομήθηκε στην λογική μιας σπασμένης αφήγησης: «Δεν έχω  κεντρικούς ήρωες, οι ήρωες είναι πολλοί, ενώ χώρισα το βιβλίο σε 48 μικρά κεφάλαια, σαν 48 ελαφρά ελληνικά τραγούδια. Μοιάζει με ένα  μακράς διάρκειας κινηματογραφικό έργο που αποτελείται από πολλά μικρομηκάδικα κεφάλαια που τελικά όμως δίνουν την αίσθηση του μυθιστορήματος, του συνολικού βλέμματος».
Άλλο ένα κίνητρο που τον οδήγησε στην γραφή αυτού του βιβλίου «ήταν αυτή η αναγκαστική αυτοκριτική που έχουμε ασκήσει στον εαυτό μας ως άτομα και ως χώρα. Η κρίση έχει τις ρίζες της και τις απαρχές της στο κακό τελείωμα του Εμφυλίου, στην κακή διαχείριση της νίκης από τους νικητές που μέσα στην αγωνία τους να διαβάλουν όσο περισσότερο γίνεται την Αριστερά δεν τιμώρησαν τους συνεργάτες και τους μαυραγορίτες, οι οποίοι όχι μόνο την γλίτωσαν αλλά αποτέλεσαν και τη ραχοκοκαλιά του νέου καθεστώτος. Έτσι συνέχισαν οι φυλακίσεις και οι εκτελέσεις. Ακόμα και σήμερα βιώνουμε μετεμφυλιακές καταστάσεις…».
Το βιβλίο τελειώνει με μια ειρωνική διάθεση που πηγάζει από μια αντίφαση: από τη μία η δολοφονία του Μπελογιάννη κι από την άλλη τα πρώτα ελληνικά καλλιστεία που διεξάγονται δύο εβδομάδες μετά…

Ακολουθεί αυτούσια η παρουσίαση του Παύλου Μεθενίτη για
Το βιβλίο:
«Ελαφρά ελληνικά τραγούδια», μυθιστόρημα του Αλέξη Πανσέληνου, εκδόσεις Μεταίχμιο
Φίλες και φίλοι των Αίθριων Λογοτεχνικών Μεσημεριών του 42ου Φεστιβάλ Δράμας σκέφτομαι καμιά φορά πως κάθε μυθιστόρημα είναι, κατά κάποιον τρόπο, μια βιογραφία. Αλησμόνητη η δήλωση του Γκυστάβ Φλομπέρ: «η Μαντάμ Μποβαρύ είμ’ εγώ!»...
Δεν ξέρω ποιο από τα δεκάδες πρόσωπα που παρελαύνουν στα «Ελαφρά ελληνικά τραγούδια», από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, είναι ο Αλέξης Πανσέληνος, ή πόσα από δαύτα είναι άβαταρ του συγγραφέα. Οι χρονολογίες, πάντως, ταιριάζουν: το βιβλίο σκιαγραφεί, σμιλεύει, θα έλεγα, εικόνες και μορφές από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’50, όταν ο κύριος Πανσέληνος ήταν στα δέκα του...
Κάμποσα παιδιά φιγουράρουν στις σελίδες του, που θα μπορούσαν να είναι ενσαρκώσεις του συγγραφέα, αλλά ας μην ξεχνάμε πως τα μάτια ενός παρατηρητικού παιδιού είναι τα καλύτερα συστήματα καταγραφήςτης πραγματικότητας: ο μικρός Αλέξης σίγουρα θα είχε αποθησαυρίσει φοβερούς τύπους της εποχής του, για να τους επεξεργαστεί μετά με την ησυχία του, εμφυσώντας τους ψυχή ζώσα, όταν θα ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου – που ήρθε τώρα.
Αρχές της Δεκαετίας του ’50, λοιπόν!  Προσωπικά δεν την πρόλαβα, αλλά ο απόηχός της ήταν αισθητός, δέκα χρόνια μετά, όταν γεννήθηκα. Δεκαετία του πενήντα! Με το ντουφέκι του Εμφυλίου να έχει μόλις σιγήσει στα βουνά της Ηπείρου και της Μακεδονίας, με τους αναπήρους του ελληνοελληνικού πολέμου να έχουν βολευτεί, με τον άλφα ή βήτα τρόπο σε δουλειές, από εργάτες σε βιομηχανίες μέχρι περιπτεριούχοι, με τις μπεμβέ του πολέμου να έχουν μετασκευαστεί σε κινούμενα ιχθυοπωλεία, με τους ρεμπέτες στους τεκέδες να φουμέρνουν χασίσι και μετά να χαράζουν τα αχ και βαχ τους στους τοίχους των κελιών, με την μετακατοχική άρχουσα τάξη να διεκδικεί για τον εαυτό της μια έξαλλη ευζωία, που ο πόλεμος, η Κατοχή και ο Εμφύλιος της στέρησαν, με τις εγγλέζικες λίρες και τα αμερικάνικα ντάλαρς να αρδεύουν τις πνευματικές φαγούρες των αναδυόμενων αστών, με τους ασφαλίτες με τις ρεπούμπλικες και τα μυτερά μαύρα παπούτσια να ρίχνουν σβουριχτές σφαλιάρες σε αριστερούς σβέρκους, μέσα σε κακοφωτισμένα υπόγεια υπό το βλέμμα των βασιλέων από τα πορτρέτα τους ψηλά στον λαδοπράσινο, μυγοχεσμένο τοίχο, με τους ίδιους τους βασιλείς να καταυγάζουν με αρχοντικόν φως τους ετερόφωτους μαυραγορίτες που τα κονόμησαν, δηλαδή τους εκλεκτούς της νέας καταστάσεως, που τώρα, στις αρχές της δεκαετίαςτου ’50, παρασταίνουν τους ευγενείς κοσμοπολίτες, κάνοντας μαϊμουδέ ρεβεράντζες προς εαυτούς και αλλήλους.
Ξέχασα κάτι; Α, ναι, τους δυναμιτιστές του καθεστώτος, τους βυσσοδομούντας κομμουνιστάς, που δεν έμαθαν το μάθημά τους στο Γράμμο και το Βίτσι, και στήνουν τους ασυρμάτους τους στα ζοφερά υπόγεια, για να λαβαίνουν οδηγίες, οι ξενοκίνητοι, από το Σιδηρούν Παραπέτασμα. Να αναφέρω επίσης και τον κοινοβουλευτικό θίασο που προστατεύει την κοινωνία από τους προαναφερθέντες συμμορίτες, και last but not least, τους Αμερικανούς επικυριάρχους που κουλαντρίζουν με ήρεμο, επιχειρηματικό μάτι όλη αυτή την παράσταση, όλη αυτή τη βαλκανική οπερέτα, πίνοντας το ουίσκι τους στο μπαρ της Τζι Μπι, απ’ όπου δίνουν τις οδηγίες τους στους υποτελείς.
Α, ναι, ο Αλέξης ο Πανσέληνος ξέρει καλά όλον αυτό τον κόσμο, από τα χαμόσπιτα δίπλα στο ρέμα που καίνε πυρήνα για να ζεσταθούν όταν ο βοριάς τα αρνάκια παγώνει, μέχρι τα ρετιρέ της Φωκίωνος Νέγρη, όπου ο κύριος ανεβαίνει καμιά φορά στο πλυσταριό για να πηδήξει το δουλάκι, τη καημένη τη νησιώτισσα ή τη βλάχα, που έτσι όμως φτιάχνει την προίκα της για να αξιωθεί να γίνει κι αυτή επιτέλους νυφούλα.Τον ξέρει καλά όλον αυτό τον κόσμο ο Πανσέληνος, τον έχει σπουδάσει που λένε, τον έχει ζήσει, αλλά και τον έχει ερευνήσει διεξοδικώς – το βιβλίο είναι γεμάτο με υπέροχες πραγματολογικές λεπτομέρειες, από τα ρούχα και τα φαγητά των ηρώων, μέχρι βέβαια τους στίχους από τα δεκάδες τραγούδια που ακούγονται στο βλιβλίο. Αυτό το «ακούγονται» βάλτε το εντός εισαγωγικών, ή μην το βάζετε, δεν έχει σημασία – σημασία έχει ότι ο συγγραφέας ενέταξε την μουσική στον μύθο του, όπως έβαλε μέσα και την πολιτική, τον έρωτα και την αισθητική.
Όμως, οι μεγάλες αρετές του βιβλίου, αυτές που το κάνουν αναπόσπαστο μέρος των χεριών σου, τόσο που λες, «άντε, γράψε και καμιά πατάτα, να το αφήσω επιτέλους για να πάω στην τουαλέτα», τα μεγάλα του προσόντα, λοιπόν, είναι τρία: η ματιά, ο ρυθμός και η γλώσσα. Συγγραφική ματιά διεισδυτική, κοφτερή και μυτερή, αληθινό νύσσον και τέμνον όργανο, που φτάνει βαθιά όταν πρέπει, χωρίς να ξεχνά να αποσύρεται, όταν πρέπει επίσης, για να πέσει αλλού – σε ένα ρυθμό εκ πρώτης όψεως χαοτικό.
Βέβαια, όπως παραδίδει η σύγχρονη Φυσική, σε κάθε χαοτικό σύστημα ενυπάρχει μια υποκείμενη τάξη, κι αυτή η τάξη είναι ο ρυθμός που λέγαμε. Στα Ελαφρά Ελληνικά Τραγούδια, φίλες και φίλοι, αυτός ο ρυθμός είναι ελεύθερος. Ο Πανσέληνος αφηγείται ό,τι και όπως θέλει: πιάνει την ιστορία ενός χαρακτήρα, την αφήνει, την ξαναπιάνει μετά, ύστερα περιγράφει κάτι που του κάνει εντύπωση, μετά μιλά για ένα χαμόγελο, ένα ηλιοβασίλεμα, μια πράξη από άλλους χαρακτήρες που δεν θα επανέλθουν ποτέ, σε μια αφήγηση, που θα τολμούσα να την χαρακτηρίσω ατονική.  
Φανταστείτε ψήγματα, μόρια ελαφρών και βαρέων ελληνικών τραγουδιών κατατμημένα, κάπως σαν μουσικές ψηφίδες, που συνθέτουν μια μεγάλη συμφωνία. Του Ξενάκη; Του Χρήστου; Θα σας γελάσω – γεγονός είναι πως ολόκληρος αυτός ο μυθιστορηματικός πίνακας, ολόκληρο αυτό το αφήγημα, που μου θυμίζει στη δομή του τα έργα του Τζάκσον Πόλοκ, με τις απολύτως ευδιάκριτες πιτσίλες που αλληλοπλέκονται σχηματίζοντας μοτίβα, όλο αυτό το ωραίο γραφτό λειτουργεί, φίλες και φίλοι, δουλεύει μια χαρά, διαβάζεται με βουλιμία, ακούγεται με λαχτάρα, βλέπεται με προσήλωση.
Διότι, όπως προανέφερα, το τρίτο στοιχείο γοητείας του μυθιστορήματος, είναι η γλώσσα. Πλούσια, τσαχπίνικη και δωρική, ειρωνική και τρυφερή, ευθύβολη, αλλά και απαλή σαν χάδι, εκεί που πρέπει. Εκεί που πρέπει – ο Πανσέληνος είναι μεγάλος μάστορας του λόγου. Δεν θέλω να πω άλλα, μόνο να κλείσω με ένα αγαπημένο μου απόσπασμα, για να καταλάβετε για τί πράγμα μιλάω:
«...Δεν είναι ότι μοιάζουν πραγματικά τα πρόσωπα, τα μάτια, οι μύτες, τα στόματα, τα μέτωπά τους. Μια άλλου είδους ομοιότητα τους κάνει να μοιάζουν τόσο: ίσως η πολυκαιρισμένη απόχρωση της παλιάς εφημερίδας, ίσως τα ασπρόμαυρα αρνητικά που αφαιρούν την χρωματική διαφοροποίηση, ίσως τελικά η σφραγίδα των καιρών επάνω τους – το γενικό ήθος της εποχής, τα γεγονότα της κοινής τους καθημερινότητας, η μόδα στα ρούχα, στα χτενίσματα, τα τραγούδια που ακούνε στο ραδιόφωνο, οι ήχοι των δρόμων, όλα όσα σφραγίζουν ένα κοινό υποσυνείδητο και σχηματίζουν μέσα μας το αποτύπωμα του κόσμου».
Κυρίες και κύριοι, καλώς ήλθατε στη δεκαετία του ’50, στα Ελαφρά Ελληνικά Τραγούδια, όπου αυτοβιογραφείται, κατά κάποιον τρόπο, όχι ο Γκυστάβ Φλομπέρ ή η μαντάμ Μποβαρύ, αλλά ο δικηγόρος εν αποστρατεία και μάχιμος πεζογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφραστής Αλέξης Πανσέληνος.
 
Για το γραφείο τύπου
 
Ευάννα Βενάρδου
 
6932906657
 
25210-27435
 
Email: press@dramafilmfestival.gr
 
Χορηγοί - Υποστηρικτές


















Δράμα: Αγίας Βαρβάρας9, 66100 - Δράμα   Τηλ: 25210 47575, Fax: 25210 33526
Αθήνα: Εμμ. Μπενάκη 71, 10681 - Αθήνα   Τηλ: 2103300309, Fax: 2103302818
e-mail: kinfest[at]dra.forthnet.gr
Επιστροφή στο περιεχόμενο