Δελτίο Τύπου 19/09/2019 - Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας

Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δελτίο Τύπου 19/09/2019

Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια - 19/09/2019


ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΑΙΝΙΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΔΡΑΜΑΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ & ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ – ΔΗΜΟΣ ΔΡΑΜΑΣ



42ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΑΙΝΙΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΔΡΑΜΑΣ
  
15-21 Σεπτεμβρίου 2019

ΑΙΘΡΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ
Πέμπτη 19/9/2019
H δημοσιογράφος Σταυρούλα Παπασπύρου και ο συγγραφέας Βασίλης Γκουρογιάννης πρωταγωνίστησαν στα σημερινά Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια, που επιμελείται και παρουσιάζει ο συγγραφέας-δημοσιογράφος Παύλος Μεθενίτης. Παρόντες στο κοινό ήταν Δραμινοί ποιητές, κριτικοί, πεζογράφοι, και βέβαια πολλοί βιβλιόφιλοι από την πόλη.
Η Σταυρούλα Παπασπύρου, με πολύχρονη σταδιοδρομία στην «Ελευθεροτυπία» και άλλα μέσα (όπως η «Αυγή») ως συντάκτρια βιβλίου, μίλησε για την απόφασή της να συγκεντρώσει σε έναν τόμο μια επιλογή από συνεντεύξεις της, κυρίως από την «Ε», με σημαντικές προσωπικότητες από τον χώρο του βιβλίου. Η έκδοση τιτλοφορείται «Χωρίς μαγνητόφωνο -συναντήσεις με σύγχρονους έλληνες λογοτέχνες», και όπως εξήγησε, περιλαμβάνει τις πιο αποκαλυπτικές και αντιπροσωπευτικές κουβέντες της με μερικές εμβληματικές μορφές του χώρου των γραμμάτων «μέσα από τις οποίες βλέπει κανείς την εξέλιξη της σκέψης τους αλλά και το πώς αλλάζει η Ελλάδα στο πέρασμα του χρόνου».
Οι συνομιλίες της μαζί τους της απέδειξαν πως «δεν ισχύει η άποψη πως οι πνευματικοί άνθρωποι σιωπούν για όσα συμβαίνουν γύρω μας. Τοποθετούνται, αρκεί να τους δοθεί βήμα», υποστήριξε με σθένος. Μιλώντας για τα χρόνια που άσκησε την δημοσιογραφία, είπε πως στάθηκε τυχερή που δούλεψε σε αυτά τα μέσα σε μια εποχή που «η δημοσιογραφία θεωρείτο ακόμα λειτούργημα και που μπορούσα να επιλέξω η υπογραφή μου να μην μπαίνει σε πράγματα για τα οποία ντρεπόμουν».
Όπως εξήγησε, η καριέρα της στις συνεντεύξεις χωρίς μαγνητόφωνο (όπως είναι ο τίτλος του βιβλίου της), ξεκίνησε όταν πήρε μια συνέντευξη από την Διδώ Σωτηρίου, την οποία κατέγραψε με απόλυτη ακρίβεια, απομαγνητοφωνώντας και το τελευταίο κόμμα των λεγομένων της, γεγονός που όμως τελικά δυσαρέστησε την συγγραφέα. Έκτοτε, «πέταξε» το μαγνητόφωνο και άρχισε να αποδίδει τα λεγόμενα των συνομιλητών της με έναν διαφορετικό (και πολύ πιο αποδοτικό) τρόπο.
Παίρνοντας τον λόγο, ο ηπειρώτης συγγραφέας Βασίλης Γκουρογιάννης, ο οποίος συζητήθηκε φέτος για το βιβλίο του «Αναψηλάφηση», είπε πως το βιβλίο αυτό «το γράψαμε όλοι οι Έλληνες: βασανιζόμενοι και βασανιστές, αριστεροί και δεξιοί, δημοκράτες και τυχοδιώκτες. Όλοι οι βουλιμικοί οι οποίοι κάναμε την Ελλάδα όπως την κάναμε». Ο ήρωας του βιβλίου είναι μια άλλη ιστορία: «μπορεί να μιλά για την Ελλάδα αυτή επειδή έλειπε για 50 χρόνια από την χώρα…».
Ο Β.Γκουρογιάννης πήρε «φανταστικές» συνεντεύξεις «από όλους τους τύπους που μας οδήγησαν εδώ», ενώ ενσωματώνει στη διήγησή του και επινοημένα περιστατικά για υπαρκτά πρόσωπα όπως ο Αλέκος Παναγούλης. Όπως εξήγησε στο κοινό, δεν θέλησε να δημιουργήσει χαρακτήρες-καρικατούρες. «Θεωρώ πως ο καθένας έχει τις ευθύνες του». Το βιβλίο του αυτό άλλωστε ομολόγησε πως λειτούργησε και ως ένα είδος αυτοψυχανάλυσης, ενώ το χαρακτήρισε ένα «αληθιστόρημα».
Τα φετινά Λογοτεχνικά Μεσημέρια πραγματοποιούνται καθημερινά  (13.30) στο Αίθριο των Γραφείων του Φεστιβάλ, στο Πάρκο της Αγίας Βαρβάρας, έως και αύριο Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου. Η αυλαία θα πέσει με τον γνωστό πεοζγράφο Αλέξη Πανσέληνο, για το έργο του οποίου θα μιλήσει ο Παύλος Μεθενίτης και ο προσκεκλημένος του Φεστιβάλ Γιάννης Μπασκόζος.
Ακολουθούν αυτούσιες οι παρουσιάσεις του Παύλου Μεθενίτη για
τα δύο βιβλία:
*«Χωρίς μαγνητόφωνο -συναντήσεις με σύγχρονους έλληνες λογοτέχνες» της Σταυρούλας Παπασπύρου, εκδόσεις Πόλις
Πριν από λίγο καιρό, στα τέλη του Ιουλίου, παραδόθηκαν τα κλειδιά του ιστορικού κτιρίου της Ελευθεροτυπίας στον αγοραστή – μια ξενοδοχειακή εταιρεία, ή κάτι τέτοιο. Κάποιοι τότε μίλησαν για τη ληξιαρχική πράξη θανάτου της ιστορικής εφημερίδας.
Οι νεκρολογίες ποτέ δεν μου άρεσαν – είναι γεμάτες ψέματα, όπως και οι βιογραφίες, χωρίς να έχουν τη γλαφυρότητα των ψεμάτων της λογοτεχνίας. Εγώ δεν πρόκειται να εκφωνήσω τον επικήδειο της Ελευθεροτυπίας, τώρα που, και τυπικά, απεβίωσε το στερεό της σώμα. Ωστόσο, μέσα σ’ αυτό το κτίριο, που τώρα είναι ένας ερειπιώνας, και αύριο θα γίνει κάτι άλλο, άσχετο, έζησαν και δούλεψαν πολλοί άνθρωποι – ευδοκίμως. Ευδοκίμως, το τονίζω. Ένας από αυτούς τους ανθρώπους που είχαν την τύχη να φέρουν τη ταυτότητα του συντάκτη της Ελευθεροτυπίας επί σειράν ετών, είναι και η Σταυρούλα η Παπασπύρου, η καλή συνάδελφος του πολιτιστικού.  
Η κυρία Παπασπύρου είναι τυχερή. Δεν το λέω εγώ – εκείνη χαρακτηρίζει έτσι τον εαυτό της, στο πρόλογο του βιβλίου της «Χωρίς μαγνητόφωνο» από τις εκδόσεις Πόλις. «Συναντήσεις με σύγχρονους έλληνες λογοτέχνες», είναι ο επεξηγηματικός υπότιτλος – η Σταυρούλα έχει συμπεριλάβει σ’ αυτόν το χορταστικό τόμο τις συνεντεύξεις που πήρε από δεκάδες συγγραφείς μέσα σε μια τριακονταετία, κυρίως για την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία.
Κυρίες και κύριοι, κάποιος είχε πει πως οι δημοσιογράφοι γράφουν για τη λήθη. Τα κείμενά τους, τα περισσότερα από δαύτα, σε γενικές γραμμές, έχουν σαφή ημερομηνία λήξεως – δεν έχουν τη διαχρονικότητα της λογοτεχνίας. Μεταξύ μας, δεν υπάρχει τίποτα πιο βαρετό από δημοσιογραφικά άρθρα, ρεπορτάζ ή σχόλια, που αναφέρονται σε περιστατικά ή σε ανθρώπους που άστραψαν είκοσι χρόνια πριν – άστραψαν κι έσβησαν. Ακόμα και συνεντεύξεις.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο βαρετό από την μπαγιάτικη και ξαναζεσταμένη επικαιρότητα, εκτός πια κι αν είσαι ερευνητής, που ψάχνει κάτι συγκεκριμένο. Σκέφτομαι καμιά φορά όλα αυτά τα εκατομμύρια των εκατομμυρίων λέξεων, με τα οποία εμείς οι δημοσιογράφοι έχουμε περιγράψει την πραγματικότητα, και με τα οποία έχουμε ταΐσει το κοινό. Πού έχουν πάει όλες αυτές οι λέξεις; Τί έχουν απογίνει; Υποθέτω, ό,τι και οι τροφές που καταναλώσαμε πριν από είκοσι χρόνια: τις φάγαμε, τις χωνέψαμε, και μετά τις αποβάλαμε διά της φυσικής οδού. Μας έθρεψαν τότε, μας κράτησαν ζωντανούς, ενδεχομένως μας χάρισαν και απόλαυση, αλλά μετά τις ξεχάσαμε παντελώς – κι αυτό είναι το φυσιολογικό τόσο για την υλική, όσο και για την πνευματική τροφή. Μην παραξενεύεστε, αλίμονο εάν θυμόμασταν κάθε λέξη που έχουμε διαβάσει – η μνήμη μας θα είχε μπουκώσει προ πολλού.  Ξέρω τί σας λέω, κι εγώ μπήκα στη δημοσιογραφία σχεδόν συγχρόνως με τη Σταυρούλα, έχω γράψει κι εγώ τα χιλιόμετρά μου στο χαρτί και στην οθόνη.
Όμως! Εδώ μπαίνει ένα μεγάλο «όμως», φίλες και φίλοι των Αίθριων Λογοτεχνικών Μεσημεριών του 42ου Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας. Υπάρχουν κάποια λίγα κείμενα, κάποιων λίγων δημοσιογράφων, που έχουν κατακτήσει το μεγάλο προνόμιο του να διατηρούν τη φρεσκάδα τους πολλά χρόνια μετά την πρώτη τους κυκλοφορία. Κι αν μιλάμε για συνεντεύξεις, επιτρέψτε μου να πω πως όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, σπανίως είπαμε, δεν έχει να κάνει τόσο με τον συνεντευξιαζόμενο που μίλησε, όσο με τον δημοσιογράφο που έγραψε.
Η Σταυρούλα, όπως δηλώνει και ο τίτλος, πήρε αυτές τις συνεντεύξεις, χωρίς μαγνητόφωνο, μόνο κρατώντας σημειώσεις, πράγμα που σημαίνει πως οι δηλώσεις των πνευματικών ανθρώπων πέρασαν από το δημιουργικό φίλτρο της Παπασπύρου, καταλήγοντας στο χαρτί ως αυθύπαρκτα, αυτοτελή, ζουμερά κείμενα, που στέκονται από μόνα τους. Στον πρόλογό της, η Σταυρούλα λέει πως όταν ξεκινούσε την καριέρα της, στην Αυγή, είχε μιλήσει με τη Διδώ Σωτηρίου, της οποίας μετέφερε επακριβώς τα λεχθέντα, χωρίς να αλλάξει ούτε κόμμα.  Ε, την επομένη, η μεγάλη πεζογράφος της έβαλε χέρι, εντός εισαγωγικών, γιατί δεν είχε σουλουπώσει έστω και λίγο τα λόγια της...
Συνεπώς, φίλες και φίλοι, το βιβλίο αυτό, που σας παρουσιάζω σήμερα, είναι της Σταυρούλας Παπσπύρου, η οποία, με ένα λόγο καλλιεπή, ακριβή και λιτό, «έχτισε», με δομικές ύλες τα λόγια των συγγραφέων, ένα ωραίο οικοδόμημα – φανταστείτε ένα ωραίο μέγαρο, του νεοελληνικού μοντερνισμού ίσως,  κάθε παράθυρο του οποίου  πλαισιώνει κι ένα γνωστό πρόσωπο των γραμμάτων που σας χαμογελάει. Κάτι τέτοιο είναι το βιβλίο της Σταυρούλας.
Τώρα, ποιος... αναμετρήθηκε με το σημειωματάριο της Σταυρούλας, και τί είπε, ου, όρεξη να έχετε να διαβάζετε: τριάντα ένα άτομα, άνδρες και γυναίκες, παλιοί και νεότεροι, που έλαμψαν και λάμπουν ακόμα, που συζητήθηκαν, αγαπήθηκαν, αλλά και λοιδορήθηκαν όχι τόσο για το έργο τους από ομότεχνους ή βιβλιοκριτικούς, όσο για τον ταραχώδη δημόσιο βίο τους... Συγγραφείς που κινήθηκαν στον κοινό τόπο Τέχνης και πολιτικής... Πεζογράφοι που απέκτησαν δημόσια αξιώματα, που τα εγκατέλειψαν ηχηρώς μετά, ή που τα αξιώματα εγκατέλειψαν τους ιδίους... Λογοτέχνες που συμμετείχαν σε κοινωνικούς αγώνες στολίζοντας τον τοίχο της ματαιοδοξίας του σπιτιού τους με ένα σωρό περγαμηνές, ή αφήνοντάς τον λευκό και άσπιλο...Μάστορες και τεχνίτρες του Λόγου που διακρίθηκαν, που έβγαλαν λεφτά, που είδαν τα βιβλία τους να βραβεύονται, να γίνονται ταινίες ή να μεταφράζονται σε ένα σωρό γλώσσες, ή τίποτα από όλα αυτά...Γραφιάδες που την είχαν ψωνίσει εντελώς με τον εαυτό τους, ή που δεν την είχαν ψωνίσει...
Σας λέω, όρεξη να έχετε να διαβάζετε όλους αυτούς τους αποκεκαλυμμένους μικρούς θεούς, που στάθηκαν προσοχή μπροστά στην Παπασπύρου μιλώντας επί παντός του επιστητού: για το έργο τους, τον εαυτό τους, την κοινωνία, την Κρίση, την παιδεία, τις αξίες, την πολιτική, τον έρωτα, την τρομοκρατία, το γάμο, τη δημιουργία. Η δεξιοτεχνία της Σταυρούλας, η βελούδινη αυστηρότητά της, έχει φέρει στην επιφάνεια τόσο την καλλιτεχνική, όσο και την ανθρώπινη πλευρά των προσώπων που είχε απέναντι της.
Τώρα, τί άλλο να πω εγώ; Το μόνο που θα μπορούσα να κάνω είναι να σας προσφέρω μια ποικιλία, ένα πιάτο με μεζέδες από τα εδέσματα του βιβλίου, για να πάρετε μια γεύση. Λοιπόν, εντελώς ενδεικτικά, σταχυολογώ: ο Θανάσης Βαλτινός είχε πει κάποτε στη Σταυρούλα μια μεγάλη αλήθεια: πως το γράψιμο είναι μια πολύ εγωιστική πράξη. «Το κάνει κανείς για τον εαυτό του. Τα υπόλοιπα – ότι γράφει για ν’ αλλάξει τον κόσμο και την κοινωνία- είναι μεγάλα λόγια». Μετά βέβαια ο ίδιος αναφέρεται διεξοδικά στη δικαστική διαμάχη του με τον «κακοπληρωτή» Θόδωρο Αγγελόπουλο, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία...
Ο πασίγνωστος Βασίλης Βασιλικός, ο συγγραφέας του Ζ, είχε δηλώσει στη Σταυρούλα πριν από χρόνια πως δεν σκόπευε να βγει βουλευτής, παρόλες τις έντονες πιέσεις από κόμματα – σήμερα, αν δεν κάνω λάθος, είναι βουλευτής Επικρατείας του Σύριζα... Η Ρέα Γαλανάκη, επί Χούντας, είχε συνεισφέρει στην κατασκευή ενός αυτοσχέδιου εκρηκτικού μηχανισμού προσφέροντας το ρολόι της – ένα Ζενίθ ακριβείας...
Ο Μιχάλης ο Γκανάς, ο ποιητής, είχε πει πως «η ποίηση ήταν κάποτε μαγεία, όχι τέχνη δωματίου»...Σ’ αυτό μάλλον συμφωνεί η Ζυράννα η Ζατέλλη, που είχε δηλώσει πως «δεν ξέρω ποσοι πετεινοί σφάχτηκαν για να θεμελιωθεί μια ευτυχής φράση»! Και μια που μιλάμε για κότες, ορίστε και μια σχετική φράση του Νίκου Θέμελη: «δεν φταίει ο ευρωπαϊκός μας προσανατολισμός για την άνθηση αυτού του καρακατσουλιού, των μαντάμ σουσούδων, που φαντασιώνουν πως έγιναν από τη μια μέρα στην άλλη ευρωπαίες. Οι κόκορες κι οι κότες επιλέγουν τα φτερά»! Ευρώπη, είπαμε; Ε, η Ιωάννα Καρυστιάνη είναι σαφής, αναφερόμενη στις καταβολές της: «δεν μεγάλωσα στη Δυτική Ευρώπη, δεν έχω θείο καρδινάλιο, δεν πήρα μαθηματα ιππασίας. Με λαϊκούς ανθρώπους μεγάλωσα, κι είναι απολύτως συνειδητή η επιλογή μου να γράφω γι’ αυτούς!».
Το γράψιμο έχει νόμους; Τί λέει ο Ιάκωβος Καμπανέλης επ’ αυτού; «Η κλεψιά στη λογοτεχνία είναι από τις μεγαλύτερες ευλογίες»! Σχετικά, οι απόψεις του Γιάννη Ξανθούλη κάνουν εντύπωση: «Αν είχα πολλά λεφτά δεν θα έγραφα ούτε λέξη. Το ιδιο θα έκανα αν τα βιβλία μου δεν είχαν απήχηση», λέει, όμως αλλού είναι αυστηρός πολύ: «αν περνούσε από το χέρι μου θα έβαζα παντού ελεύθερους σκοπευτές να πυροβολούν τους αναιδείς»! Ρηξικέλευθες και οι απόψεις περί πλήθους του Νίκου Παναγιωτόπουλου: «δεν μπορώ να συμφιλιωθώ με την εικόνα του πλήθους που περιμένει υπομονετικά, ολόκληρα μερόνυχτα, για να προσκυνήσει μια θαυματουργή εικόνα, του ίδιου πλήθους που μαλλιοτραβιέται όταν στήνεται μισή ώρα στην ουρά του ΙΚΑ».
Φίλες και φίλοι, σας έδωσα μια ελάχιστη γεύση των περιεχομένων του πονήματος της Σταυρούλας Παπασπύρου. Το βιβλίο της, να πω τελειώνοντας, δεν είναι επ’ ουδενί ένα πνευματικό μαυσωλείο: εμένα μου φάνηκε περισσότερο σαν ένα μεγάλο δέντρο, όπου πολλά και διαφορετικά πουλιά έχουν στήσει τις φωλιές τους και κελαηδούν όλα μαζί. Με λίγη φαντασία, δείτε το κάπως έτσι και απολαύστε το. Στο κάτω - κάτω, όπως έχει πει στη Σταυρούλα και ο Αλέξης Πανσέληνος, «αυτή είναι η ουσία της τέχνης μας, η φαντασία. Την αλήθεια της ζωής τη διαβάζεις και στις εφημερίδες».
*«Αναψηλάφηση», μυθιστόρημα του Βασίλη Γκουρογιάννη, εκδόσεις Μεταίχμιο
Φίλες και φίλοι των Αίθριων Λογοτεχνικών Μεσημεριών του 42ου Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας είμαι στην ευχάριστη, αλλά και στη δύσκολη θέση να σας παρουσιάσω την «Αναψηλάφηση», το καινούριο μυθιστόρημα του κυρίου Βασίλη Γκουρογιάννη, που κάθεται δίπλα μου.
Η θέση μου είναι ευχάριστη, γιατί είναι ένα πολύ, μα πολύ δυνατό βιβλίο, που δεν χαρίζεται σε καμιά ιδέα, πίστη ή κοσμοθεωρία, και σε κανέναν πολιτικό ή κοινωνικό ανθρωπότυπο, αλλά είναι και δύσκολη, γιατί ο συγγραφέας παίρνει το θάρρος –ή το θράσος- να διατυπώσει κάποιες πολύ, πως να το πω, ξεβολευτικές, αιχμηρές ιδέες, βάζοντάς τες ασφαλώς στο στόμα και στο μυαλό του κεντρικού χαρακτήρα του βιβλίου του, χωρίς να στερεί και από τους υπολοίπους τις ατάκες τους.
Για παράδειγμα, ο Γκουρογιάννης μιλά για τη δικαιοσύνη του Θεού: ή είμαστε όλοι ένοχοι, ή είμαστε όλοι αθώοι. Ή έχουμε όλοι δίκιο, ή έχουμε όλοι άδικο.  Και αυτή η ιδέα ουσιαστικά διατρέχει, σαν κοκκινόμαυρο στριφτό νήμα, όλες τις αφηγηματικές χάντρες του βιβλίου του. «Το μυαλό του επεξεργάζεται επί πενήντα χρόνια την ενοχή...», λέει ο ίδιος ο συγγραφέας – αφηγητής, αναφερόμενος στον ήρωά του, και συνεχίζει, ο Γκουρογιάννης εννοώ, αμείλικτος: «...και δεν βρίσκει αθώους, κυρίως αυξάνει τον αριθμό των ενόχων».
Αυτή, κυρίες και κύριοι, είναι μια τρομακτική ιδέα. Κυρίως όταν ο συγγραφέας  προικίζει μ’ αυτήν τόσο τον ήρωά του, έναν Έλληνα που τον βασάνισε η Χούντα των Απριλιανών, όσο και τον προϊστάμενο των βασανιστών, τον μέγα και τρανό Θεόφιλο Ζήση, τον διοικητή του ΕΑΤ-ΕΣΑ. Αυτόν τον επίφοβο συνταγματάρχη, ο Γκουρογιάννης τον παρουσιάζει κάπως σαν καραβανοφιλόσοφο, όπως λέμε ιατροφιλόσοφο, που, δεν χάνει την ευκαιρία να κάνει το δικό του αλλοπρόσαλλο κήρυγμα στους μορφωμένους αιχμαλώτους του, τους αντιστασιακούς φοιτητές που έχουν μόλις συλληφθεί από εσατζήδες και ασφαλίτες.
Ο κυνισμός του απαράμιλλος, σχεδόν γοητευτικός, το θράσος του ουρανόμηκες, σχεδόν καταυγάζον: ο φοβερός και τρομερός αρχιβασανιστής θα πάρει την σφουγγαρίστρα από τα χέρια μιας αδέξιας φοιτήτριας για να σφουγγαρίσει τα υγρά και τα γυαλιά από ένα σπασμένο ποτήρι με φραπέ που ειχε λερώσει το δάπεδο της φοιτητικής γιάφκας, για να της κάνει μετά κήρυγμα του στιλ, εσύ μια καλοταϊσμένη σοσιαλίστρια που δεν ξέρει από σφουγγάρισμα, επειδή έχει τις προλετάρισσες καθαρίστριες στο σπίτι του μπαμπά της...
Αυτός ο Ζήσης καθώς περιφέρεται μπροστά από τους περιδεείς φοιτητές, λέγοντάς τους πως αντί να εκδηλώσουν την ευγνωμοσύνη τους στην Εθνοσωτήριο που τους εφοδίασε με δωρεάν συγγράμματα και τους σίτιζε στις Λέσχες, αυτοί οι αχάριστοι στρέφονται εναντίον της 21ης Απριλίου. Εάν είχε επικρατήσει ο κομουνισμός στην Ελλάδα, οι φοιτητές θα πάθαιναν πολύ χειρότερα εάν αμφισβητούσαν το καθεστώς, τους λέει. Αυτός ο καραβανάς, ο περιβεβλημένος τον χιτώνα του φιλοσόφου, πλην φαιό, είναι αλήθεια ένας σπουδαίος μυθιστορηματικός χαρακτήρας: στα χείλη του, η ατάκα «πως είτε είμαστε όλοι αθώοι, ή όλοι ένοχοι» καθώς απολογείται, παίρνει μιαν άλλη, επίφοβη διάσταση.
Άλλωστε ο Γκουρογιάννης, τινάζοντας στον αέρα συστηματικά – και χαιρέκακα- κάθε βεβαιότητα του αναγνώστη, κάθε βολικό οχυρό εντός του οποίου ενδιαιτώνται οι προσφιλείς μας ιδέες, σαν να είναι άμωμες γεροντοκόρες, δεν παραλείπει να σχετικοποιήσει τα πάντα: ο ήρωας, κάποια στιγμή στην εξορία του, στην Ισπανία, τρωγοπίνει καθισμένος δίπλα - δίπλα με συνταξιοδοτημένους ισπανόφωνους βασανιστές, πολύ γλυκούς ανθρώπους και με μεγάλη ενσυναίσθηση...
Ο Γκουρογιάννης, κυρίες και κύριοι, αφηγείται στην Αναψηλάφηση  την ιστορία ενός φοιτητή, που αφού κόλλησε τα αντιστασιακά του ένσημα επί χούντας, για να γίνω κι εγώ λίγο κυνικός, χάνοντας τη χρήση του ενός χεριού του, κατέφυγε στην Ισπανία, όπου και διέπρεψε ως ομηριστής και καθηγητής φιλολογίας. Εκεί οικοδόμησε μια σημαντική καριέρα, στην οποία δεν χρειάστηκε και τόσο πολύ το δεξί του χέρι, που είχε παραλύσει λίγο πριν αυτοεξοριστεί στην Ισπανία.
Όπως λέει κι ο συγγραφέας, ήταν κάτι σαν την Αφροδίτη της Μήλου – η ομορφιά της δεν μειώθηκε, μάλλον ενισχύθηκε μα τον ακρωτηριασμό των χεριών της, στο κάτω - κάτω δεν θα την έβαζαν ποτέ να σφουγγαρίσει τις σκάλες του Λούβρου... Αυτός λοιπόν, ο ήρωας του βιβλίου, ξαναγυρίζει μετά μισόν αιώνα στην Ελλάδα, ίσως για να κλείσει τους λογαριασμούς του, όπου ασφαλώς αδυνατεί να προαρμοστεί στη νέα κατάσταση.
Η γλώσσα έχει αλλάξει, η έννοια των κοινωνικών αγώνων έχει αλλάξει, οι αξίες έχουν αλλάξει. Ο φιλόλογος διαπιστώνει πως η Ελλάδα δεν πάσχει από την Κρίση, με κάπα κεφαλαίο. Όχι, λέει ο αφηγητής Γκουρογιάννης – υποφέρει από δύο πράγματα: από νευρική ανορεξία, που ανάγκασε τους Έλληνες να ξεράσουν ό,τι έφαγαν βουλιμικά τα τελευταία πενήντα χρόνια, καθώς και από βλάβη στο βιολογικό καθαρισμό της κοινωνίας και της γλώσσας, με αποτέλεσμα οι βαριές ιδέες να πηγαίνουν ανεπεξέργαστες στον πάτο, ενώ τα τοξικά, δύσοσμα, επιφανειακά σκατά του μυαλού και της ψυχής των Ελλήνων επιπλέουν. Αυτή, κυρίες και κύριοι, είναι μια από τις έμμονες ιδέες του βιβλίου – επανέρχεται συνεχώς.
Τα πάντα, λοιπόν, είναι διαφορετικά στα μάτια του ήρωα, ακόμα κι οι παλιοί του σύντροφοι, που τον κοροϊδεύουν, όταν ας πούμε αδυνατεί να προφέρει την πιο κοινή ελληνική λέξη εντός κι εκτός Ελλάδας, που δεν είναι η Δημοκρατία: λέει «μάλαχαθ», αντί να πει «μαλάκας» - φανταστείτε πόσο ούφο είναι. Ο ήρωας υποφέρει όταν βλέπει πώς οι σύγχρονοι Έλληνες, από τους χρυσαυγίτες μέχρι τους αντιμνημονιακούς και τα «μαλακισμένα που έκαψαν την Μαρφίν», έχουν συμπεριφερθεί στη γλώσσα, αυτή την ιερή ελληνική γλώσσα που έδωσε στους λαούς της οικουμένης τα εργαλεία για να σκέφτονται, συνεπώς για να οργανώνουν, ή να αποδιοργανώνουν τη σκέψη τους και τη ζωή τους.
Ακόμα και το hola!, ο εγκάρδιος χαιρετισμός των ισπανών, έλκει την καταγωγή του από το ομηρικό «ούλε», το «γειά σας!» που θα έλεγε ο Αχιλλέας στον Οδυσσέα στα ακρογιάλια της Τροίας. Ο ήρωας υπαινίσσεται ευθέως πως οι σημερινοί Έλληνες είμαστε βουτηγμένοι στα σκατά, επειδή αφήσαμε τα ελληνικά μας να φυλλοροήσουν, αυτά τα ιερά, πανάρχαια, ολύμπια ελληνικά, και στο τέλος ντύνουμε την μιζέρια μας με αυτά τα γλωσσικά ράκη, αυτά τα «καρκινικά γλωσσικά κύτταρα», που λέει κι ο Γκουρογιάννης, όπως «πανεπιστημιακό άσυλο», «αφήγημα» και δημιουργική ασάφεια».
Μη με ρωτήσετε εάν όλες αυτές τις ρηξικέλευθα ενοχλητικές ιδέες, όπως είπα στην αρχή, τις ασπάζεται ο ίδιος ο συγγραφέας, βάζοντάς τις, πολύ βολικά, να τις εκφράζει ο ήρωάς του, σ’ αυτό το αφηγηματικό καρδιογράφημα, που καταγράφει τις κορυφές και τις κοιλάδες της ελληνικής ιστορίας από τον Εμφύλιο, μέχρι τα μαλακισμένα που πετούν μπουκάλια στους μπάτσους στα Εξάρχεια – «τα γαμάς, ή δεν τα γαμάς;» αναρωτιούνται σχετικά οι ήρωες της Αναψηλάφησης.  Λοιπόν, δεν ξέρω την άποψη του ίδιου του Γκουρογιάννη επί όλων αυτών, και να σας πω, ειλικρινά δεν με νοιάζει.
Αυτό που με νοιάζει είναι ότι διάβασα μια γαμάτη ιστορία. Ουπς! είπα «γαμάτη», δηλαδή χρησιμοποίησα έναν ακόμα καρκινικό όρο που μολύνει τη γλώσσα, και κάνει τις περούκες των μελών του Ιερού Γλωσσοδικείου να πεταχτούν από τις φρίττουσες καράφλες τους, αλλά δεν πειράζει, θα τον ξαναχρησιμοποιήσω, για να πω πως σ’ αυτό το γαμάτο βιβλίο διαβάζω φοβερά πράγματα. Να, για παράδειγμα, αυτή την ιστορία με τον Αλέκο τον Παναγούλη, που ονόμασε ένα καλό εσατζή «γουρούνα». Γιατί; Επειδή αυτός ο φιλεύσπλαχνος στρατονόμος, έβαζε το δάχτυλό του μέσα από μια τρύπα στο κελλί του αγωνιστή, πολύ βρεμμένο, ώστε να το πιπιλίσει ο Παναγούλης για να ανακουφίσει την δίψα του απ΄τα βασανιστήρια – όπως τα γουρουνάκια που βυζαίνουν τη μαμά γουρούνα...
Αυτά! Να μου επιτρέψετε να βγώ επιτέλους από τη δύσκολη θέση που λέγαμε, και να κλείσω με ένα στίχο του Σολωμού, εντός του οποίου μου φαίνεται πως θα μπορούσε να χωρέσει, σύψυχο, το βιβλίο του Γκουρογιάννη: «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;»...
 
 
Για το γραφείο τύπου
 
Ευάννα Βενάρδου
 
6932906657
 
25210-27435
 
Email: press@dramafilmfestival.gr
 
Χορηγοί - Υποστηρικτές


















Δράμα: Αγίας Βαρβάρας9, 66100 - Δράμα   Τηλ: 25210 47575, Fax: 25210 33526
Αθήνα: Εμμ. Μπενάκη 71, 10681 - Αθήνα   Τηλ: 2103300309, Fax: 2103302818
e-mail: kinfest[at]dra.forthnet.gr
Επιστροφή στο περιεχόμενο