Δελτίο Τύπου 19/09/2017 - Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας

Go to content

Main menu:

Δελτίο Τύπου 19/09/2017



ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΑΙΝΙΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΔΡΑΜΑΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ & ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ – ΔΗΜΟΣ ΔΡΑΜΑΣ


    

Δελτίο Τύπου 19/09/2017

40ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ
ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΑΙΝΙΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ
23ο  ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΑΙΝΙΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ
ΔΡΑΜΑΣ

ΑΙΘΡΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ
19/09/2017

Ο αγαπημένος θεσμός του φεστιβάλ έκανε σήμερα Τρίτη πρεμιέρα για φέτος, με τον συγγραφέα και δημοσιογράφο Παύλο Μεθενίτη  να υποδέχεται τέσσερις αξιόλογες γυναίκες: την συγγραφέα και σεναριογράφο Κάλλια Παπαδάκη, την συγγραφέα Γιούλη Αναστασοπούλου, την πανεπιστημιακό Μαρία Παραδείση και την συγγραφέα και δημοσιογράφο Ρένα Τριανταφυλλίδη που παρουσίασε το επίκαιρο βιβλίο της «Ελληνικό Φεστιβάλ Μικρού Μήκους Δράμας 1978-1987. Ο ρόλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Δράμας στην ίδρυση και εξέλιξη του θεσμού».

*Αναφερόμενη στους βραβευμένους «Δενδρίτες» της, η Κάλλια Παπαδάκη, εξήγησε πως «δενδρίτες» είναι οι συνάψεις των νευρώνων που ελέγχουν την μνήμη, και πως το βιβλίο της μιλά ακριβώς γι’ αυτό: την μνήμη και το αποτύπωμά της, αυτό το αποτύπωμα που χάνεται,  αλλά και για την απόλυτη ομορφιά που κρατά ένα δευτερόλεπτο.
Σπουδαγμένη στην Αμερική, η Κάλλια Παπαδάκη άντλησε την έμπνευσή της από τους Έλληνες ομογενείς και τον μόχθο τους «και κυρίως από τους ομογενείς που δεν τα κατάφεραν…».
Αναφερόμενη στην ιδιαίτερη γραφή της εξήγησε πως «μπορώ να γράψω και τρεις σελίδες χωρίς τελεία. Ήθελα ο αναγνώστης να αποκτήσει μια νέα ανάσα. Είναι ένας ασθμαίνων λόγος αλλά στο τέλος βυθίζεσαι μέσα του».
Η Κάλλια Παπαδάκη, σεναριογράφος της Πέννυς Παναγιωτοπούλου αλλά και της Κατερίνας Ευαγγελάκου στην επόμενη ταινία της, μίλησε και για τις ιδιαιτερότητες της συγγραφής του σεναρίου. «Με δυσκολεύει πάρα πολύ το σενάριο. Στο μυθιστόρημα αφήνεσαι, ενώ στο σενάριο πρέπει να συρρικνωθείς. Γι’ αυτό και το σενάριο μου θυμίζει την ποίηση».


*«Τα διηγήματά μου «Τι συμβαίνει με τα βατόμουρα;» γράφτηκαν μετά από πένθος. Με το χιούμορ τους θέλησα να ξορκίσω αυτήν την τραγωδία», εξήγησε η Γιούλη Αναστασοπούλου. «Τα έγραψα στο Ελσίνκι και ένα από αυτά, το «Σεμινάριο», που θα γίνει μικρού μήκους ταινία από τον Αντώνη Γλαρό, στην Στοκχόλμη».
Σχολιάζοντας την διαδικασία της γραφής, η Γ.Αναστασοπούλου, που είναι ψυχολόγος, αναφέρθηκε στον Φρόιντ ο οποίος έλεγε πως οι συγγραφείς δεν ξέρουν για ποιο λόγο γράφουν. Ίσως να ψάχνουν «για το απωλεσθέν κείμενο της παιδικής ηλικίας».


*Η ιδέα για μια μελέτη πάνω στον ελληνικό κινηματογράφο, προέκυψε, όπως εξήγησε η πανεπιστημιακός Μαρία Παραδείση, μετά από ένα συνέδριο στο οποίο συμμετείχε μαζί με την Αφροδίτη Νικολαϊδου και την Μυρτώ Καλοφωλιά. Η τελευταία, επιστρέφοντας, εξανέστη: «Κάθε φορά που πρέπει να μιλήσουμε για το ελληνικό σινεμά πάμε Λονδίνο και μιλάμε αγγλικά. Γιατί; Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι εδώ;». Έτσι, αποφάσισαν να υιοθετήσουν την μορφή του σεμιναρίου μακράς διαρκείας στο Πάντειο, που περιελάμβανε πλήθος εισηγήσεων. Τις εισηγήσεις αυτές περιλαμβάνει η έκδοση «Από τον πρώιμο στον σύγχρονο Ελληνικό Κινηματογράφο.  Ζητήματα μεθολογίας, θεωρίας ιστορίας» σε επιμέλεια της Μαρίας Παραδείση και της Αφροδίτης Νικολαΐδου.

*Αναφερόμενη στην έκδοση με θέμα τον ρόλο της Κινηματογραφικής Λέσχης Δράμας στην ίδρυση και εξέλιξη του Φεστιβάλ Δράμας, η Ρένα Τριανταφυλλίδου είπε πως αξιοποίησε ένα μεγάλο όγκο αρχειακού υλικού που περιελάμβανε από τα πρακτικά της Λέσχης μέχρι εφημερίδες της εποχής (1978-1987), ενώ θυμήθηκε με νοσταλγία την εποχή που έφηβη ακόμα έβλεπε με δέος τα πανό του φεστιβάλ. Ενός φεστιβάλ που «στελεχώθηκε από σημαντικούς ανθρώπους του κινηματογράφου, μακριά από κέντρα σκοπιμότητας και διαπλοκής. Και έπαιζε συχνά κομμένες από την Θεσσαλονίκη ταινίες, που ενίοτε μάλιστα βραβεύονταν».
Η κ.Τριανταφυλλίδου αναφέρθηκε ιδιαίτερα στη συνεισφορά του Θωμά Γεωργόπουλου, ενός εκ των πρωτεργατών του φεστιβάλ, και τότε προέδρου της Λέσχης.

Σε παρέμβασή του, ο πρώην δήμαρχος Θωμάς Μαργαρίτης επίσης μνημόνευσε τους ανθρώπους της Λέσχης, χαρακτηρίζοντας τους «ανθρώπους ρομαντικούς που οραματίστηκαν κάτι ωραίο και μεγάλο. Μόνο τρεις από αυτούς τους πρωτοπόρους ζουν σήμερα».

Στην συζήτηση που ακολούθησε τέθηκε το ζήτημα της ύπαρξης ή μη γυναικείας και ανδρικής λογοτεχνίας που κατέληξε στο κοινό συμπέρασμα πως το σημαντικό δεν είναι το φύλο του συγγραφέα αλλά το μόνο κριτήριο είναι η αξία του βιβλίου καθεαυτού.

Ακολουθούν αυτούσια τα κείμενα του Παύλου Μεθενίτη:


*«Δενδρίτες» μυθιστόρημα της Κάλλιας Παπαδάκη, εκδόσεις Πόλις

Κοιτάω το βιογραφικό της Κάλλιας Παπαδάκη στο αυτί του βιβλίου της: γεννημένη στο Διδυμότειχο, μεγαλωμένη στη Θεσσαλονίκη, σπουδαγμένη στις ΗΠΑ. Δεν λέει τίποτα για συγγενικές ρίζες στις Ηνωμένες Πολιτείες, και δεν θέλω να γκλουγκλάρω, για να διαπιστώσω εάν έχει συγγενείς στην Αμερική ή όχι.
Και γιατί να έχει υπεραντλατικούς συγγενείς; Επειδή το σύμπαν του βιβλίου της είναι η ελληνική ομογένεια στις Ηνωμένες Πολιτείες, και για να το στενέψουμε, είναι οι διαπλεκόμενες ιστορίες των Ρωμιών με αλλοεθνείς μετανάστες, στο Κάμντεν του Νιου Τζέρσεϊ, από τις απαρχές του εικοστού αιώνα μέχρι τα τέλη του. Και σ’ αυτό το σύμπαν η Παπαδάκη κινείται με θαυμαστή άνεση, σαν χρονοταξιδιώτισσα που περιφέρεται με ευκολία τόσο στα χρόνια του Κραχ, στον Μεσοπόλεμο, όσο και στην κρίση των τελευταίων δεκαετιών του αιώνα, δηλαδή τη δεκαετία του ’80.
Και η Κάλλια ξέρει πολλά, για να τα περιγράφει τόσο καλά όλα αυτά. Συνεπώς, διερωτώμαι κι εγώ με τη σειρά μου, εάν τα γνωρίζει όλα αυτά από πρώτο χέρι, εάν έχει αντλήσει από τον υδροφόρο ορίζοντα των οικογενειακών εμπειριών για να αρδεύσει το γραπτό της, ή έχει κάνει έρευνα από μόνη της. Ή και τα δύο, αλλά τελικά, δεν έχει και τόση σημασία, σκέφτομαι. Διαβάζω στο τέλος, στις ευχαριστίες, για την ελληνική ορθόδοξη κοινότητα στο Τσέρι Χιλ του Νιου Τζέρσι και το ιστορικό της υλικό, αλλά και πάλι, δεν πετούν όλες οι ρίζες κλαδιά και λουλούδια, ενώ κάποια άνθη δεν χρειάζονται ρίζες για να ανοίξουν...
Και μια που ξεκίνησα με εικόνες από τον φυτικό κόσμο, να πω πως είμαι πολύ περίεργος για την προέλευση το τίτλου: Δενδρίτες – γιατί; Πάντως, «δενδρίτες» είναι διάφορα πράγματα. Ας πούμε, έτσι λέγονται κάποια τμήματα των νευρώνων, των νευρικών κυττάρων, «δενδρίτης» είναι και η ονομασία του ημιπολύτιμου λίθου αχάτη, «δενδρίτες» χαρακτηρίζονται και τα φίδια γενικά, εξαιτίας της στενής τους χέσης με τα δένδρα, ενώ «δενδρίτες» ονομάζονταν και εκείνοι οι μοναχοί που ασκήτευαν πάνω σε δέντρα, όπως στυλίτες ήταν εκείνοι οι άγιοι άνθρωποι που μόναζαν πάνω στε στύλους – ελπίζω η Κάλλα να μας διαφωτίσει σχετικά...
Τέλος πάντων, τους αναγνώστες, εσάς κι εμένα, φίλες και φίλοι των Αίθριων Λογοτεχνικώνς Μεσημεριών του Τεσσαρακοστού Φεστιβάλ Δράμας, λίγο τους νοιάζει το πώς έγινε ένα βιβλίο – το «making off», αν μου επιτρέπετε, ενός Έργου του Λόγου. Το ίδιο το έργο μιλά από μόνο του, έχει τη δική του ζωή, τη δική του πορεία. Και οι Δενδρίτες είναι ένα τραγούδι που χαίρεσαι ν’ ακούς, μια περιπέτεια που απολαμβάνεις να διαβάζεις.
Η πρώτη, η δεύτερη και η τρίτη γενιά Ελλήνων μεταναστών στις Ηνωμένες Πολιτείες! Αυτή κι αν είναι saga…Αυτό κι αν είναι έπος, και κυριολεκτικά και μεταφορικά, που περιέχει τα πάντα: αγώνα για το μεροκάματο, μόχθο, θλίψη, αίμα, λαχτάρα, γέλιο, κλάμα, τρόμο και χαρά, φίλες και φίλοι... Από τη Νίσυρο, όπως ένας από τους χαρακτήρες του βιβλίου, ή τη Θεσσαλονίκη, τη Λάρισα, το Πωγώνι, ή την Αθήνα έφταναν στο Έλις Άιλαντ οι πρώτοι, οι πρωτοπόροι, σαν ούφο, που προσγειώνονταν σε έναν Άλλο κόσμο.
Με σπαστά ή καθόλου Αγγλικά, με ένα φορτίο ελπίδων αντιστρόφως ανάλογο των δυνατοτήτων και των πόρων τους, με μισοαδειανή κοιλιά και αγριεμένο μάτι, αρπάχτηκαν σαν τους ναυαγούς από τον πυρσό που βαστούσε η Miss Liberty, και δημιούργησαν το πρώτο προκεχωρημένο προγεφύρωμα, όπως λένε στο στρατό. Αν και βαλλόμενοι πανταχόθεν, κατόρθωσαν να εξασφαλίσουν ένα σχετικά ασφαλή χώρο για τους επόμενους, τη δεύτερη γενιά, που προέκυψαν περισσότερο Αμερικανοί και λιγότερο Έλληνες. Αυτοί με τη σειρά τους, πριν εκδημήσουν εις Κύριον, υποκύπτοντας στη νοσταλγία για μια ιδανική πατρίδα, για το αστρικό σώμα μιας πατρίδας που ζήτημα είναι αν γνώρισαν ποτέ, έδωσαν τη θέση τους στην Τρίτη γενιά, η οποία είναι εντελώς αμερικανική πλέον, εντελώς αυτόχθων, μην έχοντας πλέον καμία σχέση με τους Έλληνες προγόνους και την Ελλάδα, πέραν του αμερικανοποιημένου, ελληνικής ρίζας, επωνύμου.
Όλη αυτή τη λειτουργία της Μεγάλης Αμερικανικής Μηχανής (με κεφαλαία) που τρέφεται με όνειρα και φιλοδοξίες παράγοντας ελάχιστο πλούτο και πολύ περισσότερη μιζέρια, όπως την αποτύπωσε ο Έντουαρντ Χόπερ στους πίνακές του, η Παπαδάκη την αφηγείται γλαφυρά.
Με μακροσκελείς περιόδους, απ’ όπου φαίνεται πως σπανίζουν οι τελείες χωρίς ωστόσο να λείπουν στον αναγνώστη, με μια γλώσσα ρέουσα, που κάνει τις τσαχπινιές της όπου μπορεί, ενώ συνοφρυώνεται όταν δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, με την αφηγηματική δομή του φλας μπακ, δηλαδή το κινηματογραφικό κόλπο της ελεύθερης μετακίνησης μπρος- πίσω στο χρόνο για να δείξει τις ψυχικές κορυφώσεις ενός χαρακτήρα, με μπόλικο χιουμορ και στιλιστικές εξάρσεις, με σπουδαία γνώση και χρήση ενός μεγάλου όγκου πληροφοριών και πραγματολογικών στοιχείων, από τα σουξέ μιας εποχής μέχρι τους βαθμούς των αξιωματούχων της Κου Κλουξ Κλαν, που λέει ο λόγος, με όλα αυτά λοιπόν, με τούτα και με κείνα, η Κάλλια Παπαδάκη συνέθεσε ένα ωραίο μυθιστόρημα, φίλες και φίλοι, ένα ζουμερό γλυκόπικρο βιβλίο, κάπως με γεύση πικραμύγδαλου, για τους Έλληνες μετανάτες στην Αμέρικα.
Ναι, ναι, γι’ αυτούς με την αστεία προφορά, με τα ανεκδιήγητα «Αστοριανά», όπως ονομάζω το ιδίωμα που μιλούν οι δικοί μου συγγενείς, που λένε, για παράδειγμα «πέσανε τα μπιλοζίρια και φριζάρανε τα λέκια», γι’ αυτούς τους ανθρώπους που δεν τα καταφέρανε όλοι να γίνουν πλούσιοι κι ευτυχισμένοι, τρώγοντας, κάποιοι απ’ αυτούς, τη σκόνη του Αμερικανικού Ονείρου καθώς αυτό τους άφηνε πίσω, ασθμαίνοντες, να το κυνηγούν μέχρι την τελευταία τους πνοή, αυτούς λοιπόν, φίλες και φίλοι, η Κάλλια τους πρόσεξε πολύ, για να μην πω τους αγάπησε πολύ, ώστε να γράψει ένα βιβλίο τόσο κοντινό τους, ένα βιβλίο που θα μπορούσαν όλοι οι ομογενείς να φορέσουν κατάσαρκα στην ψυχή τους.
Και για να μη σας κουράζω άλλο, επιτρέψτε μου να σας διαβάσω μια παράγραφο, για να καταλάβετε γιατί πράγμα μιλάω:
«Η Μίνι μένει σε μια γειτονιά κακόφημη, με γκρίζα πέτρινα σπίτια που ‘χουν χάσει το χρώμα τους, ο χρόνος τα’ χει ρημάξει ομοιόμορφα, και μέσα στη διαμοιρασμένη ασχήμια τους υπάρχει αρμονία, δεν σε ξενίζει η εγκαταλειμένη πέτρα, είναι σαν να τη λάξεψε σοφά ο χρόνος, τα ερείπια κουβαλούν το παρελθόν σχεδόν ευλαβικά, μαρτυρούν την ανθρώπινη φιλοδοξία που τη ματαίωσε ο ρους των γεγονότων, κάτοικοι και ερείπια συνυπάρχουν έχοντας πια αποδεχτεί τη φθορά, και μόνο το βράδυ που νυχτώνει νωρίς, τώρα που ‘χει πιάσει να χειμωνιάζει, φοβάται κανείς, τότε που κρύβεται η μιζέρια των κτιρίων στην πάχνη της σκοτεινιάς, και η μορφή τους ανακτά κάτι από την πρότερη αιχμηρή αίγλη της και οι άνθρωποι, για να ξορκίσουν την καλοσύνη της νύχτας που πέφτει σαν βάλσαμο πάνω στη ρημαγμένη πέτρα και την καλύπτει, γίνονται τέρατα, μη τυχόν κι ονειρευτούν πως τους άξιζε κάτι καλύτερο και απαρνηθούν τη δύστυχη μοίρα τους».
Φίλες και φίλοι, η Κάλλια Παπαδάκη, η συγγραφέας που κέρδισε πρόσφατα επαξίως το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τους Δενδρίτες της».


* «Τί συμβαίνει με τα βατόμουρα;» διηγήματα της Γιούλης Αναστασοπούλου, εκδόσεις Θράκα

«Διαβάζοντας τα διηγήματα της Γιούλης Αναστασοπούλου, φίλες και φίλοι, που ανταμώνουμε στα Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια του Τεσσαρακοστού, ζωή να ‘χει, Φεστιβάλ Δράμας, μου ήρθε στο μυαλό η ταινία «The Truman Show» του 1998, σκηνοθεσίας Πίτερ Γουίαρ.  Θα θυμάστε αυτό το ψεύτικο, δυστοπικό, ελεγχόμενο περιβάλλον, αυτό το πελώριο σκηνικό, εντός του οποίου ο πρωταγωνιστής, ο Τζιμ Κάρεϊ, ενδιαιτάται νομίζοντας πως ζει μια αληθινή ζωή, ενώ δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα πειραματόζωο, ένα ινδικό χοιρίδιο με ανθρώπινη υπόσταση...
Ε, αυτό μου ήρθε στο μυαλό όταν περιπλανιόμουν στο φανταστικό τόπο, στην πόλη όπου συμβαίνουν οι υπέροχες φρικαλεότητες που περιγράφει η Γιούλη Αναστασοπούλου. Ναι, υπέροχες φρικαλεότητες - δεν  με πιστεύετε; Ωραία, αφήστε με τότε να σας διαβάσω κάτι, ένα από τα «διηγήματα» εντός εισαγωγικών, γιατί όλες οι μικρές ιστορίες συναρθρώνονται σε ένα ενιαίο αφήγημα, αφήστε με λοιπόν να σας μεταφέρω στο παράξενο σύμπαν της Γιούλης, με τη σύντομη ιστοριούλα που έχει τον τίτλο «Σεμινάριο».
«Στο Άξσορι υπάρχει μια μεγάλη ουρά ανθρώπων που περιμένουν να μπουν στο δάσος. Ο Σιλβέστρο, που είναι άνεργος γυμναστής, εξειδικευμένος στο πέταγμα των πτηνών σε ούριο άνεμο, περιμένει τη σειρά του.
Στην πρόχειρη πύλη, που έχει στηθεί για τις ανάγκες του πλήθους, οι υπεύθυνοι δίνουν στους ανθρώπους ένα σκοινί και έναν αριθμό. Μόλις περάσουν τον έλεγχο χρειάζεται να παρακολουθήσουν ένα ολιγόλεπτο σεμινάριο από το οποίο θα πάρουν βεβαίωση παρακολούθησης. Το σεμινάριο αφορά στους ναυτικούς κόμπους. Ένας χαμογελαστός εκπαιδευτής εξηγεί τα πάντα για αυτούς τους περίπλοκους κόμπους και το κάνει με μεγάλο ενθουσιασμό.
Ο Σιλβέστρο δε βρίσκει κάτι ενδιαφέρον σε αυτό αλλά είναι προαπαιτούμενο για να εισέλθει στο δάσος. Στο τέλος του σεμιναρίου ο εκπαιδευτής δίνει έμφαση σε έναν και μόνο κόμπο. Φροντίζει ώστε οι εκπαιδευόμενοι να αποκτήσουν ολοκληρωμένη γνώση για τις δυσκολίες του κόμπου και το κάνει με αρκετή μεταδοτικότητα. Ο Σιλβέστρο αξιολογεί τον εκπαιδευτή με οκτώ στα δέκα. Είναι ευχαριστημένος που δίνει μια καλή βαθμομολογία στον τύπο.
Περίπου είκοσι λεπτά αργότερα, οι εκπαιδευόμενοι, με τη βεβαίωση ανά χείρας, ψάχνουν μέσα στο δάσος το δέντρο που αντιστοιχεί στον αριθμό τους.  Εκείνος έχει το δέντρο εικοσιένα – είναι ένα ψηλόλιγνο νεαρό δέντρο, ελπίζει μόνο να τον κρατήσει, δε θα ‘θελε να σπάσει το κλαδί και να μην τα καταφέρει, δεν θα ήθελε να καταλάβει το παραμικρό, αυτή είναι η συμφωνία. Χωρίς πόνο. Μισή ώρα αργότερα όλοι οι εκπαιδευόμενοι έχουν κρεμαστεί  με απόλυτη επιτυχία».
...Έχουν κρεμαστεί με απόλυτη επιτυχία, φίλες και φίλοι. Αυτή είναι η Αναστασοπούλου. Χιούμορ, φρίκη, κομψότητα, μια ακόρεστη πείνα για τις λεπτομέρειες, τις αποχρώσεις, ένα ξαφνικό τίναγμα από το αφηγηματικό πεδίο στα ουράνια ή στα βάθη. Μια αφήγηση γεμάτη πρόσωπα, που όλα τους κάνουν κάτι εξωφρενικά κοινότοπο, ή κοινότοπα εξωφρενικό. Ένα ημίφως εφαρμοσμένου σουρεαλισμού, όπου  η μόνη αληθινή Θεά, είναι η λογική του Ονείρου, που διέπει τις στοιχειακές οντότητες που κατοικούν αυτόν τον υποσυνείδητο τόπο, τον αρωματισμένο με χυμό βατόμουρου.
Ποιες είναι οι στοιχειακές οντότητες; Είναι αυτά τα απίθανα πρόσωπα, με τα απίθανα ονόματα, που κάνουν απίθανα πράγματα σε απίθανες τοποθεσίες. Είναι αυτά που σου κλείνουν το μάτι, που σε προσκαλούν, σε τραβούν κοντά τους - κι εσύ, χωρίς να το θέλεις, φίλες και φίλοι, ανεπαισθήτως γλιστράς στο παραισθητικό χωρόχρονο της Γιούλας.
Βασικά, το βιβλιο δεν αποτελείται, όπως είπα παραπάνω, από διηγήματα: είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα μυθιστόρημα, χωρισμένο σε κεφάλαια. Η Αναστασοπούλου οικονομεί την πλοκή της με μαεστρία – δείτε τις ιστοριούλες της σαν τα μέρη ενός μουσικού κομματιού, που καμιά φορά θυμίζει ατονικές συνθέσεις, κι άλλες έχει τη ιδιόμορφη γλαφυρότητα της cool jazz.
Και ποιο είναι το κεντρικό θέμα αυτής της σύνθεσης; Να σας πω, δεν είμαι σίγουρος. Δεν ξέρω εάν η Αναστασοπούλου έχει ένα μήνυμα να μεταδώσει, εάν έχει ενσωματώσει στις ιστορίες της κάποιο κρυφό νόημα, το οποίο καλείται να εκμαιεύσει ο αναγνώστης.  Με όλα αυτά δεν εννοώ πως δεν υπάρχει νόημα, αλλά πως το βιβλίο της Γιούλης έχει την νοηματική αξία ενός ονείρου, αν θέλετε. Ονειροκρίτες υπάρχουν πολλοί, αλλά, στ’ αληθεια, τα όνειρα μας σημαίνουν κάτι, εκτός από το προφανές, πως είναι τηλεγραφήματα που αποστέλλει το υποσυνείδητό μας; Ποιο είναι το κωδικοποιημένο μήνυμα που εμπεριέχει το βιβλίο της Αναστασοπούλου; Τί θέλει να πει η συγγραφέας, με τη σοφή κυρία, τον ψυχαναλυτή, την κομμώτρια με το κομμένο δάτυλο, τον μαμάκια ταχυδρόμο, τους ιθαγενείς Κάου –Κάου, όλους αυτούς τους πολίτες αυτής της αλλόκοτης πραγματικότητας, που ζουν ευτυχισμένοι στα έγκατα της γης πίνοντας χυμό βατόμουρου, καθώς γυρνά αδιάκοπα το Μεγάλο Γρανάζι;
Τί εννοεί η Γιούλη όταν μας λέει πως αυτοί οι παράξενοι πολίτες μιας παράδοξης πολιτείας μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι όσο υπάρχει μια θέση εργασίας γι’ αυτούς στη Βατόμουρο ελ-τι-ντι, την πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα εταιρεία; Κι ακόμα παραπέρα, τί να υπαινίσσεται, όταν γράφει πως αυτό το Γρανάζι κάποια στιγμή σταματά με απρόβλεπτες συνέπειες για όλους, κι εν τέλει, τι στο καλό θέλει να πει η συγγραφέας, όταν δίνει τόση έμφαση σε μια εμβληματική πινακίδα, στημένη στις εσχατιές αυτού του κόσμου, που λέει από μπροστά «Ως εδώ», ενώ στην πίσω της μεριά είναι γραμμένη η σιβυλλική φράση «Από ‘δω και πέρα»; Και γιατί, τέλος πάντων, δεν μου έφυγε καθόλου από το μυαλό αυτή η ταινία, το «Τρούμαν σόου», καθώς διάβαζα το βιβλίο;
Δεν ξέρω, φίλες και φίλοι. Τα βατόμουρα είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που λες και υπαγορεύτηκαν στη δημιουργό τους από κάποια θεότητα του  υποσυνειδήτου, συνεπώς έχουν τη γοητεία του μη ορθολογικού, του ακατάληπτου, του κρυπτικού. Μην προσπαθήσετε να το εξηγήσετε, αν θέλετε να το απολαύσετε. Μην πάρετε χαρτι και μολύβι για να ερμηνεύσετε, μην λύσετε το βιβλίο της Αναστασοπούλου σαν να είναι σταυρόλεξο. Τί συμβαίνει με τα βατόμουρα; Ποιος ξέρει... Δεν έχει καμιά σημασία εάν το βιβλίο εμπεριέχει όλα τα νοήματα του κόσμου ή απολύτως κανένα, απλώς διαβάστε το και απολαύστε το.
Κυρίες και κύριοι, η Γιούλη Αναστασοπούλου».


*«Από τον πρώιμο στον σύγχρονο Ελληνικό Κινηματογράφο  Ζητήματα μεθολογίας, θεωρίας ιστορίας», της Μαρίας Παραδείση και της Αφροδίτης Νικολαΐδου, εκδόσεις Gutenberg

«Φίλες και φίλοι, ο κινηματογράφος, που διακονείται στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, εκτός όλων των άλλων, είναι και πεδίο ακαδημαϊκής έρευνας.  Για να γνωρίσεις βαθιά μια κοινωνια, μάθε τι ονειρεύεται, είχε πει κάποιος, κι αυτό το «μάθε», αυτή η γνωστική προστακτική, είναι ο χώρος όπου επεμβαίνει, με όλο της το κύρος, η επιστημονική έρευνα.  
Το βιβλίο που θα σας παρουσιάσω, τιτλοφορείται «Από τον πρώιμο στον σύγχρονο Ελληνικό Κινηματογράφο - Ζητήματα μεθολογίας, θεωρίας και ιστορίας», υπογράφεται από τη Μαρία Παραδείση και την Αφροδίτη Νικολαΐδου, κι έχει εκδοθεί από τον Gutenberg.
Στ’ αλήθεια δεν έχω να πω πολλά πράγματα. Μόνο το ότι στο Πάντειο Πανεπιστήμιο είχε φιλοξενηθεί ένα σεμινάριο με τον ίδιο τίτλο, το ακαδημαϊκό έτος 2013-2014. Τα κείμενα του βιβλίου είναι κάποιες επιλεγμένες εισηγήσεις από αυτό το Σεμινάριο – η κυρία Παραδείση και η κυρία Νικολαΐδου συνεπιμελήθηκαν τα κείμενα της εμπεριστατωμένης έκδοσης.
Εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να σας πω τους τίτλους των εισηγήσεων και τους συγγραφείς τους, για να καταλάβετε το εύρος του ερευνητικού πεδίου που καλύπτει το πόνημα. Στο πρώτο μέρος, που καλύπτει το διάστημα από τον πρώιμο ελληνικό κινηματογράφο μέχρι την περίοδο της μαζικής παραγωγής του, ο Μανόλης Αρκολάκης γράφει για τον πρώιμο ελληνικό κινηματογράφο: ζητήματα ιστοριογραφίας. Η Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη για το ελληνικό μελόδραμα, την εξέλιξη ενός δημοφιλούς κινηματογραφικού είδους και η Μιμήνα Πατεράκη υπογράφει τη μελέτη «Ελληνικός κινηματογράφος, χορός και πολιτισμική εγγύτητα: μια ανθρωπολογική ανάλυση με τους «θεατές» στον Κορυδαλλό Αττικής».
Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, με διακριτικόν τίτλο «από το νέο στον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο», η Μαρία Παραδείση γράφει για τις έμφυλες διαστάσεις του χώρου και της εργασίας στο νέο Ελληνικό Κινηματογράφο: στην «Αναπαράσταση» και στο «Προξενιό της Άννας».
«Η προσοικειωμένη πόλη: μια νεοφορμαλιστική προσέγγιση για την Αθήνα στον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο» είναι ο τίτλος του κειμένου της Αφροδίτης Νικολαΐδου. Ακολουθεί ο Ιωάννης Σκοπετέας, με την εισήγηση «κινηματογράφος χωρίς φιλμ: η ιστορία της μετάβασης της βιομηχανίας του ελληνικού κινηματογράφου στην ψηφιακή τηλεοπτική εικόνα».
Μετά από αυτόν, η Ασπασία Λυκουργιώτη με το κείμενο «Από τον Jean-Pierre Leaud στον Βαγγέλη Μουρίκη: ο ηθοποιός-σύμβολο ενός κινήματος», κατόπιν η Μαρία Χάλκου, που υπογράφει το «Μνήμη, νοσταλγία και κοσμοπολιτισμός: ταινίες πολιτισμικής και ιστορικής κληρονομιάς (heritage films) στον ελληνικό κινηματογράφο», ύστερα η Άννα Πούπου, η συγγραφέας του κειμένου με τίτλο «Το Νέο κύμα του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Η περίπτωση του Φίλιππου Τσίτου», και τέλος, η κατακλείδα με την Yun-hua Chen, με το κείμενό της «Σιωπή και εγκλεισμός: τυχαίοι χώροι στον σύγρονο ελληνικό κινηματογράφο».
Φίλες και φίλοι, θα αδικούσα τις επιμελήτριες, τους συγγραφείς, αλλά και τον εαυτό μου εάν έλεγα οτιδήποτε παραπάνω από αυτά που ήδη είπα. Εγώ δεν είμαι επιστήμονας, είμαι ένας απλός γραφιάς και λάτρης του σινεμά- στην μεγάλη  και τη μικρή μορφή του. Όμως, ο καθένας από εμάς, εκφράζει την αγάπη του στην γραφή, με λέξεις ή κινούμενες εικόνες, με το δικό του τρόπο. Άλλωστε, η παρατήρηση είναι συμμετοχή και σύμπραξη, και δεν το λέω εγώ αυτό, αλλά οι επιστήμονες της υποατομικής Φυσικής, που υποστηρίζουν πως όταν παρατηρούμε ένα σύστημα, το αλλάζουμε. Είμαι σίγουρος πως η σπουδή του ελληνικού σινεμά, όπως αποτυπώνεται στις σελίδες του βιβλίου, γίνεται επ’ ωφελεία του κινηματογράφου. Φίλες και φίλοι, η Μαρία Παραδείση».


Για το γραφείο τύπου
Ευάννα Βενάρδου
6932906657
25210-27435
Email: press@dramafilmfestival.gr

Πατήστε πάνω στην εικόνα για να κατεβάσετε το Δελτίο Τύπου


Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017
Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια - Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017
Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια - Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017


Χορηγοί - Υποστηρικτές
 





































«Το αφιέρωμα «Mια ευκαιρία για όλους εμάς- Νέοι & Εργασία, Γυναίκες & Εργασία»
υλοποιείται στο Πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού, Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση»
και συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο) και από εθνικούς πόρους.»

Back to content | Back to main menu