Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια, Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016 - Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας

Go to content

Main menu:

Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια, Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016

Αρχείο Φεστιβάλ > 39o - 22nd (2016) > Παράλληλες Εκδηλώσεις
Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια, Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016
?????a ????te????? ?es?µ???a - ??µpt? 22 Septeµί???? 2016


ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΑΙΝΙΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΔΡΑΜΑΣ
ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΑΙΝΙΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΔΡΑΜΑΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΠΑΙΔΕΙΑΣ & ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ – ΔΗΜΟΣ ΔΡΑΜΑΣ


39ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΑΙΝΙΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ
 22ο  ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΑΙΝΙΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ
   ΔΡΑΜΑΣ
(19-24 Σεπτεμβρίου 2016)


ΑΙΘΡΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ
ΠΕΜΠΤΗ 22 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2016


* Ηλίας Μαγκλίνης -«Πρωινή Γαλήνη»

* Κωνσταντίνος Τζαμιώτης- «Το Πέρασμα»


Προσκεκλημένοι του συγγραφέα-δημοσιογράφου Παύλου Μεθενίτη στα «Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια» του Φεστιβάλ Δράμας ήταν δύο νέοι και πολύ ταλαντούχοι πεζογράφοι: ο Ηλίας Μαγκλίνης και ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης.
Βραβευμένος με το Βραβείο Ποίησης 2016 του «Αναγνώστη» για το βιβλίο του «Πρωινή Γαλήνη», ο Ηλίας Μαγκλίνης δήλωσε χαρούμενος που βρίσκεται στη Δράμα και το Φεστιβάλ «έστω και ως παρείσακτος, ως λογοτέχνης δηλαδή».
Σχολιάζοντας την παρατήρηση πως το μυθιστόρημά  του είναι γραμμένο υπό το πρίσμα των νικητών του εμφυλίου ή αλλιώς της δεξιάς οπτικής, αναφέρθηκε στο προηγούμενο βιβλίο του, την «Ανάκριση» όπου ο πατέρας βασανίστηκε άγρια στο ΕΑΤ/ΕΣΑ: «Κανείς τότε δεν με ρώτησε γιατί καταγράφω την ιστορία ενός Αριστερού. Τώρα όμως με ρωτάνε. Αλλά και οι Δεξιοί έχουν ψυχή!», προσέθεσε χαριτολογώντας. Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα την «Πολιορκία» του Αλέξανδρου Κοτζιά που καταγράφει τις συγκρούσεις μεταξύ Δεξιών και Αριστερών αλλά η αφηγηματική οπτική ήταν από την πλευρά των ταγματασφαλιτών. Και μάλιστα κατηγορήθηκε γι’ αυτό  και από τις δύο πλευρές. «Όμως είναι αυτονόητο πως ο συγγραφέας, όπως ακριβώς ο μικροβιολόγος, που ερευνά και μελετά και το χειρότερο μικρόβιο, δεν παίρνει θέση. Αν ο ήρωάς σου είναι σίριαλ κίλερ, δεν σημαίνει πως είσαι κι εσύ».
Στο βιβλίο του εξάλλου, «ο άνθρωπος που εμπνέει τον ήρωα, που ονειρεύεται να γίνει πιλότος, είναι ο αντάρτης θείος του. Δεν πρόκειται λοιπόν για έναν τυπικό εθνικόφρονα. Αλλά και οι νικητές του εμφυλίου, τελικά πόσο νικητές ήταν; Μου κάνει εντύπωση η καχυποψία, ο φθόνος που έχουμε μεταξύ μας…».
Κλείνοντας, ο Ηλίας Μαγκλίνης αποκάλυψε πως και ο δικός του πατέρας υπήρξε αεροπόρος και μάλιστα πολέμησε στην Κορέα.

Αναφερόμενος στο δικό του βιβλίο ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης είπε πως «αν η Σούζαν Σόντακ έχει δίκιο που λέει πως κάθε κοινωνία έχει ένα ποσοστό ατόφια σκληρών ανθρώπων, ένα ποσοστό ατόφια ευαίσθητων και η μεγάλη πλειοψηφία στρέφεται άλλοτε προς τη μία κι άλλοτε προς την άλλη κατεύθυνση προκαλώντας θηριωδίες, τότε το νέο βιβλίο μου, το «Πέρασμα» οφείλει πολλά σε αυτήν την θεωρία».
«Τα τελευταία χρόνια», υπογράμμισε, «η χώρα υποδέχεται απίστευτα πολλούς ανθρώπους. Προσωπικά η πρώτη εμπειρία μου με ανθρώπους που φτάνουν στην Ελλάδα από την θάλασσα ήταν το 1995 στη Λέσβο όπου τότε έκανα την θητεία μου. Τότε είδα να βγαίνει σε μια παραλία ένα σκάφος με Αφγανούς. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν πως παρά τις διαβεβαιώσεις όλων πως βρίσκονταν στην Ελλάδα εκείνη φώναζαν «Ιταλία, Ιταλία!». Ήταν προφανώς αποπροσανατολισμένοι, οδηγούμενοι από το φαντασιακό τους. Ένοιωθαν πως φεύγουν από την κόλαση και φτάνουν σε έναν παράδεισο».
Το 2012 συνέβη ένα περιστατικό στο Αγαθονήσι –κι από το περιστατικό αυτό ο συγγραφέας δανείστηκε πολλά στοιχεία για το «Πέρασμα». Οι λιγοστοί, καμιά εκατοστή, κάτοικοι του νησιού, βρέθηκαν αντιμέτωποι με περίπου 300 πρόσφυγες που βρέθηκαν εκεί για λόγους κακοκαιρίας, γραφειοκρατίας κλπ. Και τα πράγματα δεν πήγαν καλά. Κάποιοι μάλιστα απειλούσαν να πάρουν τα όπλα, καθώς δεν έφταναν οι προμήθειες για όλους.».
Στο «Πέρασμα» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη «το δίκιο δεν ανήκει αποκλειστικά στην μία ή την άλλη πλευρά. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν υπάρχει ένας κεντρικός ήρωας. Το μέγεθος των  γεγονότων είναι τέτοιο που όλοι νοιώθουν πιο πολύ παρατηρητές παρά πρωταγωνιστές».
Όπως παρατήρησε ο Ηλίας Μαγκλίνης ο Κ.Τζαμιώτης καταφέρνει να κάνει λογοτεχνία αξιοποιώντας τα συγκλονιστικά γεγονότα που όλοι ζούμε σήμερα, χωρίς να πάρει χρονική απόσταση από τα γεγονότα.
Όμως, όπως υπογράμμισε ο συγγραφέας του «Περάσματος», «μια λογοτεχνία που συνδιαλέγεται με το παρόν, έχει λόγο ύπαρξης».


Ακολουθεί αυτούσια η σημερινή παρουσίαση  του Παύλου Μεθενίτη για τους δύο συγγραφείς


“Πρωινή γαλήνη”, του Ηλία Μαγκλίνη, μυθιστόρημα, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

Φίλες και φίλοι, ο Αυστριακός ψυχίατρος Άλφρεντ Άντλερ είχε πει πως είναι ευκολότερο να πολεμάς για τις αρχές σου, παρά να ζεις σύμφωνα με αυτές.
Επιτρέψτε μου να καλωσορίσω με αυτό το τσιτάτο, στα Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια του Φεστιβάλ Δράμας, τον Ηλία Μαγκλίνη, τον συγγραφέα του μυθιστορήματος “Πρωινή γαλήνη”, που εκδόθηκε από το Μεταίχμιο.
Ομολογώ πως σχεδόν δεν το άφησα από τα χέρια μου. Για πολλούς λόγους: γιατί ήταν γλαφυρό, γιατί η ιστορία χτιζόταν μαστορικά με κάθε σελίδα, γιατί οι ήρωες όχι απλώς ήταν ορατοί, αλλά αιμορραγούσαν εμπρός μου, ανάμεσα στα χέρια μου, και τέλος, γιατί εκτίμησα τα κότσια αλλά και την καπατσιτά του συγγραφέα.
Να εξηγηθώ: εκτίμησα τα κότσια του Μαγκλίνη, γιατί ο ήρωάς του είναι ένας ανθυπολοχαγός που παίρνει το αστέρι του στο τέλος του Εμφυλίου και πάει να πολεμήσει στην Κορέα, δηλαδή είναι ένας, πώς να τον πω, ένας δεξιός και εθνικόφρων, αν και ο θείος του είναι αντάρτης.
Κότσια, επαναλαμβάνω, γιατί, δικαίως ή αδίκως, η μεταπολεμική Τέχνη εξύψωσε τους χαμένους του Εμφυλίου, τους Αριστερούς, σε ηθικά πρότυπα, σε ινδάλματα, που ενέπνευσαν βιβλία και τραγούδια, αγάλματα και πίνακες. Βυθίζοντας, αντιστοίχως, τους μαχητές της από ‘κει πλευράς στην αφάνεια, αν όχι στην ανυποληψία. Αυτό δεν είναι παράλογο – οι Δεξιοί νίκησαν στον Εμφύλιο και το μετεμφυλιακό κράτος δίωξε απηνώς τους Αριστερούς. Οι εθνικόφρονες τα είχαν πάρει όλα, πλην της δικαίωσης μέσω της Τέχνης. Κάτι έπρεπε να μείνει και στους κομουνιστές...

Φίλες και φίλοι, να ξεκαθαρίσω πως δεν κάνω πολιτική – ευτυχώς, ούτε ο Μαγκλίνης κάνει, και μάλλον είμαστε και οι δύο πολύ χαρούμενοι γι’ αυτό... Αλλά είναι γεγονός πως έχω διαβάσει πολλά λογοτεχνικά έργα εμπνευσμένα από τον αντιφασιστικό αγώνα και τον Εμφύλιο, γραμμένα από την αριστερή σκοπιά, πραγματικά πολλά. Μετά, είναι και τα απομνημονεύματα πρώην ανταρτών και αγωνιστών, ων ουκ έστιν άριθμός, με μεγάλη ιστορική σημασία, αλλά σχετική λογοτεχνική αξία, που εκτείνεται από το μηδέν μέχρι το άπειρο, αν μου επιτρέπετε το αστείο, μέχρι τον Χρόνη τον Μίσσιο, ας πούμε.
Τώρα, από την άλλη πλευρά, την “αστική”, εντός εισαγωγικών, αυτή τη στιγμή, έτσι, πρόχειρα, μόνο τον Ευάγγελο Αβέρωφ και τον Ρόδη τον Ρούφο θυμάμαι, που το βιβλίο του μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση.  Βέβαια πολλοί στρατιωτικοί έχουν γράψει τα απομνημονεύματά τους, αλλά λογοτεχνικά έργα;
Ο ήρωας του Μαγκλίνη είναι ένας νέος άνθρωπος που ονειρεύεται, που λαχταρά, που ποθεί, που αγαπά, φοβάται και αγωνίζεται. Θα με εξυπηρετούσε να πω πως δεν έχει σημασία η πολιτική του ένταξη, πως κάτω από την στολή, κάτω από την κομματική ή ιδεολογική ένταξη, όλοι είμαστε ίδιοι, δεξιοί κι αριστεροί. Θα ήταν ανακουφιστικό να πω πως είναι πιο σημαντικά αυτά που μας ενώνουν.
Όμως, φίλες και φίλοι, παρόλο που αυτή η ευκολία με δελεάζει, δεν θα τη χρησιμοποιήσω, γιατί ακριβώς μου φαίνεται ύποπτα βολική και ανησυχητικά αυτονόητη, σαν να είναι απόφθεγμα του Πάολο Κοέλιο... Η πολιτική ταυτότητα του ήρωα του βιβλίου είναι καθοριστική – συστατικό στοιχείο της ταυτότητάς του, ουσιώδες μέρος της πνευματικής και ηθικής του σκευής.  Όπως δηλαδή συνέβαινε με τους πολεμιστές της άλλης πλευράς...
Ο Δημήτρης, ο νεαρός ανθυπολοχαγός, το μόνο που ήθελε από παιδί ήταν να πετάξει – ήταν ένας εραστής των ανοιχτών οριζόντων, των νεφών και της πτήσης. Όμως, χωρίς να σας αποκαλύψω την αιτία, κατρακύλησε, αν μου επιτρέπετε, από την πρωτόλεια, τότε, στα τέλη της δεκαετίας του ‘40, Σχολή Ικάρων, στη Σχολή Ευελπίδων. Η ένταξή του στο Πεζικό, και οι αξίες που απέρρευσαν από αυτή την ένταξη, και τις οποίες, σημειωτέον, ενστερνίστηκε απολύτως, τον καθόρισαν, φίλες και φίλοι. Ναι μεν είμαστε όλοι ίδιοι από κάτω, αλλά η διαφορά μας, ό,τι είχαν να χωρίσουν οι πατεράδες και οι παππούδες μας, έχει σημαδέψει την Ελλάδα, την κοινωνία της και τον πολιτισμό της, συνεπώς και την τέχνη της.
Φοβάμαι πως ο Εμφύλιος δεν τελείωσε, κυρίες και κύριοι. Αυτό είναι τρομαχτικό, αλλά συμπαθάτε με, πιστεύω πως έτσι είναι. Αυτό που έκανε ο συγγραφέας είναι να αναδείξει αυτή την μάλλον φρικαλέα πραγματικότητα, μιλώντας για την Ιστορία της Ελλάδας στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια μέσα από τα πάθη ενός νεαρού αξιωματικού.
Κάπου λέει ο Μαγκλίνης με το στόμα του πατέρα του ήρωα, προς το γιο του: “Πόσο εξοργισμένοι, πόσο εκνευρισμένοι είμαστε όλοι σ’ αυτό τον τόπο, σ’ όλη την χώρα, χρόνια τώρα”, από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, “απ’ τα μικράτα μου”, όπως είπε στο γιο του, “αυτός ο θυμός, αυτό το μίσος”  - είχε ψυλλιαστεί, του είπε, γιατί ο ίδιος του ο γιος ήθελε να φύγει, να πετάξει όσο πιο μακριά γίνεται απ’ αυτό το δυστυχισμένο μέρος ολόγυρά τους, με όλο αυτό τον θυμό, σαν να βγαίνει μέσα από τις ίδιες τις πέτρες, το χώμα, τη γη, τόσος θυμός, προϊστορικός θυμός, αρχαίος, βυζαντινός, δεύτερο δέρμα αυτό το μίσος, η καχυποψία και η οργή, η αγανάκτηση και το μπούχτισμα, σαν να μην αντέχουμε ο ένας τον άλλο”.
Φίλες και φίλοι, κάποιοι λένε πως ο χειρότερος πόλεμος είναι ο Εμφύλιος. Κάποιοι άλλοι μάλλον δεν διαφωνούν, λέγοντας πως ο μόνος πόλεμος που αξίζει να πολεμήσει κανείς, είναι ακριβώς ο Εμφύλιος.
Μίλησα προηγουμένως όχι μόνο για τα κότσια του συγγραφέα, αλλά και για την καπατσιτά του, την ικανότητά του να εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες που ο οικογενειακός και κοινωνικός περίγυρός του του προσφέρει – δεν θα επεκταθώ επ’ αυτού, διαβάστε το και θα καταλάβετε τί εννοώ. Πολλοί άνθρωποι, και μάλιστα αξιωματικοί της αεροπορίας ή του στρατού, που πολέμησαν στην Κορέα, θα βρήκαν δικαίωση στις σελίδες του Μαγκλίνη.
Ο συγγραφέας έχει κάνει σπουδαία δουλειά στην ιστορική και πραγματολογική τεκμηρίωση των ηρώων του. Έχει αξιοποιήσει με ευφυή και δημιουργικό τρόπο τις ψηφίδες της αληθινής, πραγματικής ιστορίας επεμβαίνοντας δραματουργικά όσο χρειάζεται, για να συνθέσει μια πιο πραγματική πραγματικότητα, αν μου επιτρέπετε, μια πιο αληθινή αλήθεια.  Που είναι η διαχρονική ικανότητα των Ελλήνων να αλληλοσφάζονται ηρωικά, ανάγοντας καμιά φορά αυτόν τον αδελφικό σπαραγμό σε υψηλή τέχνη.  Θυμάστε το τσιτάτο του Άντλερ που σας είπα στην αρχή της παρουσίασης; Είναι σίγουρο πως εμείς οι Έλληνες τουλάχιστον, προτιμούμε να πολεμάμε, άρα και να πεθαίνουμε για τις ιδέες μας, παρά να ζούμε μ’ αυτές.
Εγώ αυτό κατάλαβα από το άγριο, αλλά και τρυφερό, ενίοτε σπαρακτικό, βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη. Δεν ξέρω εάν αυτό κάποτε αλλάξει, δεν ξέρω εάν κάποτε καταφέρουμε να αφήσουμε πίσω μας όλο αυτό το μίσος, όπως το πουκάμισο που αφήνει το φίδι πίσω του. Αν πάντως γίνει ποτέ κάτι τέτοιο, ελπίζω να μην αφήσουμε πίσω και τη ποίηση, και το μεγαλείο που τροφοδοτήθηκε από αυτές τις εμφύλιες φωτιές, για να φτάσουμε στην πολυπόθητη Πρωινή Γαλήνη μας.
Που ελπίζω, κύριε Μαγκλίνη, να είναι ένας πιο ευτυχισμένος γεωγραφικός και ψυχικός τόπος από τη χώρα της Πρωινής Γαλήνης, όπως ονομάζουν οι Κορεάτες την πατρίδα τους.


“Το πέρασμα”, του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, μυθιστόρημα, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Φίλες και φίλοι, οι δεκάδες χιλιάδες των μεταναστών που έφτασαν τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα μας ανάγκασαν να κοιτάξουμε τον εαυτό μας με ειλικρίνεια.
Βέβαια, δεν ήταν αυτός ο σκοπός τους – τη ζωή τους, και τη ζωή των παιδιών τους προσπάθησαν να σώσουν οι άνθρωποι, προτιμώντας τα αφρισμένα κύματα του Αιγαίου από τις βόμβες που ισοπέδωσαν τις γειτονιές τους. Η αυτογνωσία μας δεν ήταν στις προθέσεις τους – όμως συνέβη, αν θέλετε, σαν μια παράπλευρη απώλεια, λόγω του μεγάλου αριθμού τους. Ο όγκος των μεταναστευτικών ροών, όπως κομψά αναφερόμαστε στα πλήθη των τρομαγμένων και αναγκεμένων ανθρώπων που πατούσαν τα πόδια τους στα νησιά μας, αυτός ο μεγάλος αριθμός τους, μάς ανάγκασε να πάρουμε θέση. Εάν ήταν κάποιες εκατοντάδες μόνον, η συνείδησή μας θα εξακολουθούσε να κοιμάται μακαρίως...
Δεν θα πω τίποτα για τις αιτίες – δεν είναι του παρόντος η ανάλυση της γεωστρατηγικής συγκυρίας που ξεσπίτωσε τόσους ανθρώπους.  Όμως το πλήθος τους, και η ανάλογη επιβάρυνση του ιστού των νησιωτικών κοινωνιών του Αιγαίου που απορρόφησαν τα κύματα των μεταναστών, αμέσως χώρισαν χοντρικά, μπακαλίστικα αν μου επιτρέπετε, του ανθρώπους σε τρεις αδρές κατηγορίες: σ’ αυτούς που τάχθηκαν αμέσως στην υπόθεση της υποδοχής, περίθαλψης και φροντίδας των μεταναστών, σηκώνοντας την αλληλεγγύη τους σαν υπερεθνικό μπαϊράκι και παραβλέποντας τα προβλήματα που δημιουργούνταν στους Έλληνες πολίτες, μετά σ’ εκείνους που θεώρησαν ευθύς εξαρχής τους μετανάστες κάπως σαν τιμωρία, κάπως σαν δηλητηριώδες μάννα που έπεσε στο κεφάλι τους όχι εξ ουρανού αλλά εκ θαλάσσης, λες και δεν τους έφταναν τα προβλήματα που τους επεσώρευσε η κρίση, και τέλος στους ανάμεσα, στους χλιαρούς, που σίγουρα δεν εκδηλώθηκαν ηχηρά υπέρ ή κατά των μεταναστών, προτιμώντας να τους εκμεταλλευτούν κρυφίως και μετά να τους αγνοήσουν, εφόσον αυτό ήταν εφικτό.
Όλοι εμείς οι υπόλοιποι, που ζούμε αλλού, έχουμε βέβαια τις απόψεις μας επ’ αυτού του θέματος, αλλά η αλήθεια είναι ότι έχουμε την πολυτέλεια της απόστασης από το πρόβλημα, από αυτό το φλέγον κοινωνικό ζήτημα, όπως έλεγαν παλιά, στο οποίο προσπαθεί να δώσει λύση η πολιτική, η ιδεολογία, η οικονομία και η διπλωματία. Με την Τέχνη όμως, τί γίνεται;
Σήμερα είναι κοντά μας ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, φίλες και φίλοι, ο συγγραφέας του μυθιστορήματος “Το πέρασμα”, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Για μένα, καθώς διάβαζα το βιβλίο του Κωνσταντίνου, ένα πράγμα τουλάχιστον ήταν απολύτως σίγουρο: ο Κωνσταντίνος δεν κάνει στρατευμένη τέχνη. Ακούει το σφυγμό του Καιρού του, βλέπει τις πτήσεις των οιωνών, αλλά δεν αφήνει την ιδεολογία, τις πολιτικές πεποιθήσεις και την κοσμοθεωρία του να τού συσκοτίσουν το βλέμμα.
Δεν καταγράφει ό,τι θα ευχόταν ή θα έπρεπε να έχει συμβεί, αλλά ό,τι θα μπορούσε να έχει γίνει, αυτό που πιθανότατα έγινε, δηλαδή την πάσα αλήθεια, όπως βεβαίως αυτός την αντιλαμβάνεται. Γι’ αυτό, κυρίως, η Τέχνη του είναι όμορφη, επειδή είναι αληθινή.  Για τον Κωνσταντίνο λοιπόν, οι Έλληνες δεν είναι ούτε τα εγωιστικά κτήνη που κοιτάνε την πάρτη τους πατώντας επί πτωμάτων, ούτε οι σύγχρονοι Απόστολοι της Παγκόσμιας Αλληλεγγύης. Είναι άνθρωποι συνηθισμένοι, στρυμωγμένοι, όπως εσείς κι εγώ, που ξαφνικά έχουν μια καυτή πατάτα στο χέρι τους, και καλούνται να κάνουν ό,τι μπορούν. Και μάλιστα καλούνται από άλλους, που τα χεράκια τους είναι δροσερά -δροσερά και απαλλαγμένα από ζέοντα γεώμηλα...
Να πω παρενθετικά πως για αυτή την ιστορία με τους μετανάστες που φτάνουν στην Ελλάδα θαλασσοπνιγμένοι, για να στοιβαχτούν στη μιζέρια ενός χοτ σποτ, αιχμάλωτοι της υψηλής πολιτικής, λέμε τώρα, και της κοινωνικής υπεροψίας ενός προηγμένου πολιτισμού, όπως είναι ο ευρωπαϊκός, τρομάρα του, για αυτό το δράμα λοιπόν, έχουν γραφτεί εκατομμύρια λέξεις, έχουν δαπανηθεί εκατομμύρια τεραμπάιτς για να εικονοποιηθεί σε ρεπορτάζ, ντοκιμαντέρ και ταινίες.  
Το βιβλίο του Κωνσταντίνου, του οποίου οι κινηματογραφικές σπουδές, παρεμπιπτόντως, διαφαίνονται σε κάθε παραστατική παράγραφο, είναι μια από τις καλύτερες συνδυαστικές επιτομές πληροφοριών, ιδεών και αισθημάτων επί του θέματος – που έχω δει και διαβάσει, κι έχω δει και διαβάσει πολύ, επειδή το θέμα με ενδιαφέρει, και όχι μόνο επαγγελματικά ως δημοσιογράφος. Το “Πέρασμα” πιστεύω πως θα έπρεπε να διαβαστεί τόσο από τους κατήγορους, όσο και από τους υμνητές των Ελλήνων για τη συμπεριφορά τους έναντι των επήλυδων.
Με μοντέλο, λοιπόν, μια μικρή κοινωνία ενός ακριτικού νησιού, στο οποίο εξωκέλλει ένα σκάφος γεμάτο μετανάστες, που είναι περισσότεροι από τους ντόπιους, ο συγγραφέας υφαίνει μια ωραία, σκληρή ιστορία.  
Τί θα κάνουν αυτοί οι άνθρωποι, τα πλάσματα της φαντασίας του Τζαμιώτη, εάν ξαφνικά έχουν να ταΐσουν, να ποτίσουν, να κοιμίσουν, να στεγάσουν, να ντύσουν, να περιθάλψουν, να ελέγξουν και εντέλει να συνυπάρξουν με υπέρτερους αριθμητικά μετανάστες; Όταν μάλιστα οι προμήθειες στο νησί είναι περιορισμένες, όταν μάλιστα είναι καταχείμωνο, που δυσκολεύει την προσέγγιση σκαφών από κοντινότερα και μεγαλύτερα νησιά, ή από την ενδοχώρα, που θα έφερναν βοήθεια, ώστε να ανακουφιστεί μια κατάσταση που εξελίσσεται ραγδαία από δύσκολη σε εκρηκτική;
Τί θα κάνουν αυτοί λοιπόν; Τι θα κάναμε εμείς, εάν αυτή η ρουφιάνα η Ιστορία, με γιώτα κεφαλαίο, έπαιζε μαζί μας, όπως συνηθίζει; Τί θα κάναμε εάν ένα μπουλούκι ξένων μας έφερνε αντιμέτωπους με τον ίδιο μας τον εαυτό; Τί θα κάνει λοιπόν ο Δήμαρχος, ο αστυνομικός διευθυντής, ο στρατιωτικός διοικητής, τί θα κάνουν οι Αρχές του τόπου, τί θα κάνουν οι δημότες, όχι μόνο με τους ζωντανούς μετανάστες, αλλά και με τους νεκρούς, που ακόμα ξεβράζει η φουρτουνιασμένη θάλασσα στις ακτές του νησιού;...
Το βιβλίο του Τζαμιώτη μας βοηθά να καταλάβουμε, φίλες και φίλοι, πως ο τόπος μας, η πατρίδα μας, είναι ένα πέρασμα. Πάντα ήταν – πάντα θα ‘ναι.  Δεν μπορούμε να λέμε από τη μια με περηφάνια πως η Ελλάδα είναι το “σταυροδρόμι των πολιτισμών” - και από την άλλη να υψώνουμε τείχη.  Η τύχη μας είναι και η ατυχία μας. Εμείς οι Έλληνες θα είμαστε πάντα κάτι σαν βαρδιάνοι, κάτι σα φύλακες ή ακρίτες – περισσότερο εποπτεύουμε ένα πέρασμα, έναν πόρο, παρά είμαστε ιδιοκτήτες, νομείς και κάτοχοι γης.  
Η λιτή, όσο και γλαφυρή γλώσσα του Κωνσταντίνου μας βοηθά να καταλάβουμε όχι μόνο τον εσώτερο, προσωπικό εαυτό μας, αλλά και το συλλογικό, εθνικό μας εγώ. Μας βοηθά επίσης να συμφιλιωθούμε με τη ίδια μας τη θνητότητα – όλοι είμαστε περαστικοί απ΄ αυτόν το κόσμο, τίποτα δεν είναι σίγουρο, μόνιμο ή διαρκές, ή μάλλον αυτή η ιδιότητα του περαστικού και του εφήμερου είναι η καλύτερη συμφωνία που μπορούμε εμείς οι Έλληνες, και όλοι οι άνθρωποι γενικά, να κλείσουμε με τον Θεό και με τη Φύση. Η Γη η ίδια, φίλες και φίλοι είναι ένα πέρασμα, και όλοι μας είμαστε περαστικοί – μετανάστες....

Πατήστε πάνω στην εικόνα για να κατεβάσετε το κείμενο της παρουσίασης  

 
 
Χορηγοί - Υποστηρικτές
  







Back to content | Back to main menu